Ο Νίκος Παπαδογιάννης προσπαθεί να ξεχωρίσει τη θλίψη από τον θυμό και τη συγκίνηση από την απογοήτευση.

Μπροστά μπροστά στο τρένο, θα στέκονται άνθρωποι. Χιλιάδες άνθρωποι. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που προσφέρουν από το υστέρημά τους.

Αίμα. Φαγητό. Νερό. Φάρμακα. Εθελοντική εργασία. Ρούχα. Ιατρική βοήθεια. Στέγη. Μπάνιο.

Στοργή. Αγάπη. Παρηγοριά. Ανθρωπιά. Καλοσύνη.

Μια κουβέντα. Ένα βλέμμα. Ένα χάδι. Λίγη δροσιά. Λίγη ζεστασιά. Μια ανάσα.

Ζωή.

Στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Χωρίς να τους ξεχωρίζουν σε δίκαιους και άδικους, σε φίλους και εχθρούς, σε δεξιούς κι αριστερούς, σε άσπρους και μαύρους, σε Έλληνες και ξένους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε ένθεους και άθεους, σε καλούς και κακούς. Σε όλους.

Και στα ζωάκια. Που έχουν ίσα δικαιώματα με τους ανθρώπους. Και ίσως περισσότερα. Γιατί αυτά δεν έχτισαν ποτέ σπίτι μέσα στο δάσος. Στο δικό τους δάσος.

Οι Άνθρωποι. Που έτρεξαν στις φωτιές για να διώξουν τον δαίμονα. Που ρωτούσαν με αγωνία, πώς μπορούν να βοηθήσουν από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Οι Έλληνες. Οι φιλέλληνες. Οι άνθρωποι. Οι φιλάνθρωποι. Οι Τούρκοι. Αυτοί που το ’99 βγήκαν από τα χαλάσματα χάρη στο χέρι κάποιου Έλληνα. Οι Έλληνες. Αυτοί που το ‘99 βγήκαν από τα χαλάσματα χάρη στο χέρι κάποιου Τούρκου.

Αύριο θα βρεθούν οι ίδιοι, στη θέση της ανάγκης. Και χθες βρέθηκαν. Αν όχι οι ίδιοι, οι πατεράδες και οι μανάδες τους. Ο παππούς τους, ο πρόσφυγας. Η γιαγιά τους, που γέννησε στο χωράφι.

Τότε ήμασταν εμείς. Τώρα, άλλοι στη θέση μας.

Οι μετανάστες. Οι αποδιοπομπαίοι. Οι «λαθραίοι». Που σέβονται τον τόπο που άνοιξε την αγκαλιά του για να τους υποδεχθεί, περισσότερο από όσο σέβεται ο ίδιος ο τόπος τον εαυτό του.

Οι Αιγύπτιοι, που προχθές έφαγαν ξύλο, επειδή έχουν σκούρο δέρμα. Και ξέρουν καλύτερα, τι γεύση έχει ο πόνος και η εγκατάλειψη. Τη γεύση του αίματος.

Αυτοί έτρεξαν πρώτοι, στο φλογισμένο λιμάνι. Να σώσουν εκείνον που τους έδειρε. Και που χθες τους εκλιπαρούσε κλαίγοντας.

Αύριο μπορεί να γίνει πιο άνθρωπος, και αυτός. Να μοιάσει περισσότερο, στον σωτήρα του.

Η αλληλεγγύη είναι, μάλλον, το τελευταίο εφόδιο που μας απέμεινε. Δεν κοστίζει και τίποτε. Τζάμπα είναι. Από την ψυχή βγαίνει. Αρκεί να έχεις, τέτοια.

Δίνεις απλόχερα και κερδίζεις κύτταρα υγείας. Οι ευχές που μαζεύεις, σου πολλαπλασιάζουν τη ζωή. Και την κάνουν καλύτερη.

Κι ας είναι από αγνώστους. Και ας καταφτάνουν από το ανώνυμο ίντερνετ. Και ας προέρχονται από τόπους όπου μας δίδαξαν ότι ζουν δράκοι και τέρατα.

Δεν είναι αυτοί, τα τέρατα. Εμείς γινόμαστε τα τέρατα, όταν αγκαλιάζουμε το μίσος. Και τους αθλίους, που το υποδαυλίζουν.

Στην άλλη άκρη της αμαξοστοιχίας της ανθρωπιάς, αυτής που βρίσκει τρόπο να τους χωράει όλους, θα κάθεται ένας ρασοφόρος κήρυκας του μίσους.

Απομονωμένος, για να μη μεταδώσει το απαίσιο μικρόβιο. Η ασθένειά του είναι κολλητική.

Ένας χολερικός, που πιστεύει σε τιμωρό Θεό. Που κρατάει τον παράδεισο μόνο για τον εαυτό του και για τους άλλους, ολοένα λιγότερους, πιστούς του φόβου.

Του τρόμου. Της μισαλλοδοξίας. Της κόλασης.

Που κάτω από τα γένια του κρύβει έναν κουβά χολή. Πίσω από τα στεγνά χείλη του, φιαλίδια δηλητηρίου.

Που διώχνει τον κόσμο από την εκκλησία, αντί να ανοίγει τις πύλες της στους απόκληρους και στους ταπεινούς.

Που αναγκάζει τους άλλους παπάδες, τους τίμιους, τους αληθινούς, να βγαίνουν από τα ράσα τους, για να του απαντήσουν όπως του αξίζει.

Σκάσε, επιτέλους. Το ξεστόμισε, με τη φωνή του λαού, ένας απλός διάκος. Δεν σου αξίζει σεβασμός και προσκύνημα, παπά, αλλά ξυράφι για να σου κόψει τα γένια και να σε ντροπιάσει.

Εάν υπήρχε στα αλήθεια Θεός, από το δικό σου το σπίτι θα τους ξεκινούσε, τους εμπρησμούς. Από το γραφείο, όπου έγραφες το παραλήρημά σου όσο το ποίμνιό σου καιγόταν.

Όχι από τα σπλάχνα εννιάχρονων παιδιών. Όχι από την κούνια ενός βρέφους που έσβησε πριν προφτάσει να περπατήσει.

Θα σηκωθούν από τον τάφο που τους περιμένει και θα σε ραπίσουν. Και τότε θα αγιάσει το χέρι τους. Για το δικό σου, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος.

Σκάσε, επιτέλους. Δεν είσαι εσύ η Ελλάδα. Δεν είσαι εσύ, η εκκλησία. Δεν είσαι εσύ, ο Θεός. Δεν είσαι ούτε άνθρωπος.

Εκεί που στέκεσαι, με απλωμένη τη μπέρτα του διαβόλου, μας τον κρύβεις τον Θεό σου και δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν υπάρχει.

Kαι τον θέλουμε. Θέλουμε κάτι να τον ρωτήσουμε. Πώς τόλμησε να σκορπίσει τέτοια συμφορά. Τι του έφταιξαν τα παιδάκια;

Δεν σβήνει με προσευχές και δεήσεις η φωτιά, καημένε παναγιώτατε, που έπρεπε να σου στερήσουν τον υπερθετικό και να σε λένε παναγιώταρο.

Ούτε με κατάρες. Με κατάρες σβήνουν μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά.

Βρες λίγη φιλευσπλαχνία και συγχώρα με για τις άγνωστες λέξεις.

πηγή-gazzetta.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *