Από την πρώτη σχεδόν στιγμή που στη Νέα Δημοκρατία ξεκίνησε η ιστορία με το περίφημο «μητρώο στελεχών», αναπτύχθηκε μια παράλληλη και εν πολλοίς ακατανόητη φρενίτιδα σχετικά με τα ψηφοδέλτιά της. Το άμεσο ορατό αποτέλεσμα ήταν να «σέρνεται» πανελλαδικώς μια συζήτηση που αφορά όμως κυρίως το εσωτερικό της. Αν και η ιδέα του μητρώου προβλήθηκε ως εξωστρεφής, κατέληξε σε μια καθαρά ενδοσυστημική κουβέντα. Αυτό είναι καταφανές και από τον τρόπο που γίνεται, και από το στυλ των διαρροών που κατά καιρούς δημοσιεύονται σε διάφορα ΜΜΕ. Για τους έμπειρους είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα περισσότερα από αυτά τα δημοσιεύματα διακινούνται από τους ίδιους τους αναφερόμενους εντός τους. Κάτι σαν τα «op-ed», σε πιο χοντροκομμένη έκδοση.

Από τη θέση ενός εξωτερικού παρατηρητή η διαδικασία «μητρώο» καταστάθηκε ανησυχητική. Γιατί, πως είναι δυνατόν ένα κόμμα 40 ετών να μαζεύει στελέχη με δημόσια «παραμάνα» ; Δεν υπήρχε καταστατική διαδικασία αξιολόγησης και κατάρτισης στελεχιακού δυναμικού τόσα χρόνια ; Δεν υπήρχε ένας έστω υποτυπώδης κατάλογος με ονοματεπώνυμα, τηλέφωνα και χαρακτηριστικά ; Αν υπήρχε και δεν λειτουργούσε, αυτό θα πρέπει να ικανοποιεί ή να ανησυχεί την κοινωνία – δέκτη ; Και τελικά, και ο κόσμος μπερδεύτηκε, και τα ίδια τα στελέχη. Δημιουργήθηκε «μητρώο στελεχών» ή «παλέτα πιθανών υποψηφίων βουλευτών» ;

Για πρώτη φορά στην ιστορία της η ΝΔ θόλωσε μόνη της την έννοια του στελέχους. Ποτέ πριν η ιδιότητα του «στελέχους» δεν είχε ευθυγραμμιστεί με την ιδιότητα του «υποψηφίου». Τα «στελέχη» ανέκαθεν ήταν οι άνθρωποι της παράταξης. Εκείνοι που δεν φοβόντουσαν να δηλώσουν την πολιτική – κομματική ταυτότητά τους, εκείνοι που συμμετείχαν στις καταστατικές διαδικασίες της παράταξης, που έτρεχαν στα Συνέδρια, που επικοινωνούσαν τον πολιτικό λόγο του κόμματος στις τοπικές τους κοινωνίες, που ενίοτε έρχονταν σε αντιπαραθέσεις με τις αντίπαλες απόψεις, που αποτελούσαν τον ιμάντα πληροφόρησης και ανατροφοδότησης με την ίδια την Κοινωνία. Να πάμε και ένα βήμα παραπέρα, ήταν τα «κομματόσκυλα» όπως τους αποκαλούσαν είτε οι αντίπαλοι, είτε οι δήθεν απολιτίκ που σε αντίθεση με τα «κομματόσκυλα» δεν δίσταζαν κάθε μήνα να φοράνε διαφορετική φανέλα για να κάνουν τις δουλειές τους, επειδή «ήταν επαγγελματίες» και «δεν ήθελαν να εκτεθούν». Το «στέλεχος» συνήθως είχε πολιτική διαδρομή, παρουσία στα σκαλοπάτια της ιεραρχίας και έφερε περήφανα το κομματικό του βιογραφικό. Τα γνήσια «στελέχη» σπανίως διεκδικούσαν θέσεις στα ψηφοδέλτια από μόνα τους και όποτε και αν αυτό συνέβαινε ήταν αποτέλεσμα συνεπούς διαδρομής και προσφοράς, ένα είδος «αναγνώρισης» από την παράταξη της προσπάθειας που πάντα συνοδευόταν και από πραγματικά ένσημα εργασίας. Γιατί τα γνήσια «στελέχη» ήταν εκείνα τα οποία συνήθως έδιναν, δεν έπαιρναν. Και για να δίνουν έπρεπε να δουλεύουν.

Μετά το περίφημο «Μητρώο» η Ελλάδα γέμισε υποψηφίους βουλευτές. Η ιδιότητα του υποψηφίου περιέργως πλέον πηγάζει από το αν κάποιος μπήκε ή όχι στο «μητρώο στελεχών». Αν δηλαδή έγινε «στέλεχος». Κάπως έτσι η τριβή με τις παραταξιακές δομές αντικαταστάθηκε από μια εξαιρετικά βραχεία διαδικασία αξιολόγησης βιογραφικών (δεν είναι γνωστό αν διασταυρώνονται τα όσα δηλώνονται στα βιογραφικά) και προσωπικών συνεντεύξεων. Μια διαδικασία περίπου σαν αυτή που περνάει κάποιος για να πιάσει «δουλειά». Και κάπως έτσι, πολύ συνοπτικά, το «στέλεχος» έγινε «υποψήφιος βουλευτής» και ο «υποψήφιος βουλευτής» έγινε «δουλειά». Τι δουλειά όμως ; Ας το δούμε λίγο αναλυτικά.

Ως γνωστόν, όταν πάμε για συνέντευξη για «δουλειά» φοράμε τα καλά μας, ακολουθούμε συγκεκριμένους κανόνες και βγάζουμε μπροστά το «καλό» βιογραφικό μας. Επιμελές χτένισμα, συγκρατημένο χαμόγελο, προσοχή στα χέρια να μην προδίδουν αμηχανία. Μια πολύ καλή φωτογραφία δηλαδή. Αυτό είναι το ζητούμενο. Μετά γυρνάμε στο σπίτι, φοράμε τις φόρμες, ξεφυσάμε και περιμένουμε το αποτέλεσμα.

Εδώ τα στάδια έχουν καταρριφθεί. Ενώ στη δουλειά, αν την πάρουμε, καθημερινά δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό γιατί πρέπει να βγει το ψωμί, με το «Μητρώο στελεχών» η διαδικασία τελειώνει εκεί. Πέρασαν κάποιοι στο μητρώο, έγιναν αυτομάτως βουλευτές, υπουργοί, κάποιοι ακόμα και μελλοντικοί αρχηγοί. Απέκτησαν ύφος καρδιναλίων, διαλαλούν ότι θα αλλάξουν την παράταξη που μέχρι χτες ούτε καν γνώριζαν, με το ζόρι λένε (και αν) ότι είναι ΝΔ, συνεχίζοντας να θεωρούν ότι «δεν πρέπει να εκτεθούν», αφού πράγματι έτσι η «δουλειά» μπορεί να κινδυνεύσει. Πως θα μπει ο απέναντι ψηφοφόρος άλλωστε στο μαγαζί αν ξέρει ότι εγώ είμαι ΝΔ … Δεν συζητάμε για το αν γράφουν σωστά «το» ΟΝΝΕΔ, ή αν ξέρουν τι σημαίνουν τα αρχικά ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, ΔΑΚΕ κτλ, αυτά είναι μπανάλ, μπρουτάλ, παρωχημένα. Ασχολείται η πλέμπα με αυτά. Και αν δεν ασχοληθεί και κανείς, ακόμα καλύτερα. Για τα σημερινά νέα «στελέχη» αυτά είναι λεκέδες.

Τέτοιου είδους λοιπόν «στελέχη» απευθύνονται σε μεγάλο βαθμό στην Κοινωνία. Στην Κοινωνία ; Σε ποιους ; Πως γίνεται να απευθυνθείς σε κάποιον αν ο ίδιος έχεις φτιαχτεί για να είσαι σε όλα προσεκτικός και ισορροπιστής ; Ένας καλός στιγμιαίος ντίλερ που πρέπει σε λίγο χρόνο να πλασάρεις πραμάτεια ! Αυτό είναι Πολιτική και αυτό που περιμένει να ακούσει ο πολίτης ; Δεν θέλεις λοιπόν να πάρεις θέση, δεν θέλεις να συγκρουστείς, δεν εκφέρεις άποψη για τα ζητήματα της καθημερινότητας του συμπολίτη σου, δεν τρίβεσαι μέσα στην κοινωνική κονίστρα. Σκορπάς χαμόγελα, απολιτίκ λόγο, χτυπάς πλάτες, παρίστασαι και χαιρετίζεις, κόβεις και καμιά πίτα. Είσαι στέλεχος ;

Καταλήγουμε λοιπόν στο ίδιο ακριβώς μοντέλο που οι πολίτες πια αποφεύγουν, σε μια ακόμα χειρότερη – μάλιστα – έκδοση. Αυτή του ιδεολογικά αποστεωμένου, του κριτικά ανενεργού και του κομματικά ασαφούς που περιφέρει ως άλλη αρκούδα με το ντέφι το επαγγελματικό του βιογραφικό και την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του, την καλή. Αν ο πολίτης ψάχνει γιατρό, δάσκαλο, ακαδημαϊκό, υδραυλικό, ηλεκτρολόγο έχει καλώς. Θα μπορούσε να το κάνει από τον «Χρυσό Οδηγό», το 11880, ας δεχτούμε ότι θέλεις να του δώσεις ακόμα μια εναλλακτική. Είναι αυτό όμως Πολιτική ; Είναι δεδομένο ότι ο καλός επαγγελματίας συνιστά και έναν καλό πολιτικό ; Ότι ένας καλός τεχνοκράτης συνιστά έναν καλό χειριστή των δημοσίων πραγμάτων ; Είναι δοκιμασμένες και οι δύο εκδοχές και έχουν δείξει ότι η σχέση δεν είναι ασφαλής και εγγυημένη. Ή τουλάχιστον σίγουρα δεν αποτελεί την μόνη προϋπόθεση.

Υπάρχει λοιπόν ένα θέμα που μάλλον πρέπει η ΝΔ να ξεκαθαρίσει πρώτα προς το εσωτερικό της. Τι σημαίνει «στέλεχος» και τι ακριβώς παράγει το «μητρώο». Με αυτό τον τρόπο θα απαντηθεί το ερώτημα με ποιους θα απευθυνθεί στην Κοινωνία. Τι πραγματικά πρέπει να κάνουν τα στελέχη, τι γνώσεις πρέπει να έχουν. Και δεν θα ήταν κακό αυτή η διαδικασία να είναι πλήρως εσωτερική, να περιλαμβάνει και το αρχειακό της υλικό, το ανθρώπινο δυναμικό που κουβαλάει στη 40χρονη ιστορία της. Εκτός βέβαια αν έχει αποφασίσει η ηγεσία της ότι αυτοί είναι «ξεπερασμένοι». Δεκτό. Θα πρέπει όμως τουλάχιστον να το θέλει ως «ψηφοφόρους», σωστά ;

Το επόμενο βήμα θα είναι να απαντήσει στο σε ποιους θέλει να απευθυνθεί. Και όταν αυτό καθοριστεί, θα πρέπει να διαμορφωθεί το τι θα λένε τα στελέχη της, τα οποία φυσικά θα πρέπει να είναι και έτοιμα να υπερασπιστούν αυτό που λένε, να συγκρουστούν δηλαδή ενδεχομένως. Όχι να χυθεί αίμα, αλλά όσο να ‘ναι να μπορεί να ακουστεί μια συγκεκριμένη θέση ή να μπορούν να βάλουν σε σειρά «υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο». Και βέβαια η συγκεκριμένη θέση θα συναντήσει εκ των πραγμάτων την άλλη θέση, τον αντίποδα. Παραδείγματα. Αν θέλεις να απευθυνθείς στον επαγγελματία θα πρέπει να του πεις πώς προσδοκάς να βελτιώσεις την καθημερινότητά του. Συγκεκριμένα. Όχι μόνο με τα ποσοστά φορολογίας. Γιατί αν το αγοραστικό κοινό παραμένει ασθενές, ασθενές θα είναι και το ποσοστό. Αν θέλεις να επενδύσεις πολιτικά στο άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές, θα πρέπει να εξηγήσεις με ποιον τρόπο θα ενισχύσεις την αγοραστική δύναμη ώστε να δικαιολογείται ένα τέτοιο μέτρο. Αν θέλεις να απευθυνθείς στο δημόσιο υπάλληλο, θα πρέπει να του πεις συγκεκριμένα ποια θα είναι τα κίνητρα, οι αλλαγές που ζητάς, πως θα τον εντάξεις στη γενικότερη βελτιωμένη εικόνα που πρεσβεύεις και όχι κραδαίνοντας βιογραφικά και ένσημα. Γιατί, που ξέρεις, μπορεί να υπάρξουν μερικοί που και καλύτερα βιογραφικά να έχουν, και περισσότερα ένσημα.

Τέλος, αν βρεθούν τα σε ποιους και με ποιους, θα προκύψει και το πώς. Ανέφελη, ανέξοδη, πολυκατευθυντική Πολιτική δεν υφίσταται πια. Το «πως» είναι δύσκολο. Αλλά αυτό το «πως» είναι και όλο το ζουμί. Είναι όλη η παραταξιακή πορεία, η συσσωρευμένη γνώση, η αναγνώριση λαθών του παρελθόντος, η διόρθωση, ο επανασχεδιασμός, η ανατροφοδότηση, η στόχευση, το σχέδιο. Είναι οι ρίζες σου, η ιδρυτική σου κατεύθυνση, οι βασικοί πυλώνες του ιδεολογικού και αξιακού σου περιεχομένου, η διαφοροποίησή σου. Και αυτά δεν είναι ευκαιριακά. Προκύπτουν από πορεία, διαδρομή. Δεν προκύπτουν ούτε από κουτί έτοιμης συνταγής, ούτε από μια μηχανική διαδικασία ενός προγραμματισμένου αλγόριθμου. Γιατί τη διαφορά στην Πολιτική την κάνουν οι άνθρωποι, οι πράξεις, οι δεξιότητες, το πάθος, το μεράκι και όχι οι προθέσεις, τα κοστούμια, τα ταγέρ και οι στημένες φωτογραφίες στον Εθνικό Κήπο.

Ο κίνδυνος της απόλυτης ευθυγράμμισης Μητρώου, στελέχους, πολιτευτή, δουλειάς είναι μεγάλος στην Πολιτική. Δεν χρειάζεται να το αναλύσει κανείς πολύ. Αρκεί να βάλει τις λέξεις στη σειρά ανάποδα. Και αν μιλήσουμε πρώτα για «δουλειά», τότε είναι πολύ εύκολο κατανοώντας ο καθένας τη «δουλειά» όπως θέλει, να καταστήσει και τα υπόλοιπα, εργαλεία για να πετύχει τη «δουλειά» του … Αλλά αυτό μάλλον σίγουρα δεν είναι «Πολιτική» …

Βασίλης Μπαλάφας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *