Όταν αρρωσταίνει ένα παιδί, αρρωσταίνει το αύριο του κόσμου. Όταν αυτό το παιδί το έχεις κρατήσει αγκαλιά, ξέρεις ότι στην ερώτηση «το παιδί σου ή τη ζωή σου» η απάντηση είναι αυθόρμητη «τη ζωή μου, αλλά μη μου αγγίξεις το παιδί». Αν η ερώτηση είναι «το παιδί σου ή 475.000$», η απάντηση ποια είναι;

Ένας ψίθυρος μόνο μπορεί να είναι η απάντηση, ένα βουβό μέτρημα. Αν είσαι από τους τυχερούς που ακόμα βγάζουν ένα χιλιάρικο τον μήνα,  χρειάζεσαι 475 μήνες για να αποταμιεύσεις αυτό το ποσό.  Οι 475 μήνες μεταφράζονται σε 39 χρόνια και 6 μήνες δουλειάς, χωρίς ούτε 1 ευρώ έξοδα. Χωρίς φαί, χωρίς νερό, χωρίς εφορία, χωρίς ζωή. Τα 39 χρόνια και 6 μήνες είναι ολόκληρος ο εργασιακός βίος ενός ανθρώπου, από την αρχή μέχρι τη σύνταξη. Το παιδί, όμως, έχει μόνο λίγους μήνες ζωής. Τα 39 χρόνια και οι 6 μήνες δεν υπάρχουν…

475.000 ευρώ κοστολογεί η γνωστή μας πολυεθνική φαρμακευτική Novartis τη θεραπεία για τη λευχαιμία με το όνομα KYMRIAH. Τετρακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ – ακόμα και για να γράψεις τον αριθμό χρειάζεσαι χώρο – για να σωθεί το παιδί, αφού ο τύπος λευχαιμίας που αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο φάρμακο, η B κυτταρική οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία εμφανίζεται, κυρίως, σε παιδιά ή νέους έως 25 ετών. Η πρώτη έγκριση από τον FDA (Αμερικάνικος Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων) για χορήγηση του φαρμάκου δόθηκε στα τέλη Αυγούστου του 2017. Μετά τη σχετική ανακοίνωση ακολούθησαν, στον διεθνή και ελληνικό τύπο, πανηγυρικά δημοσιεύματα που εξήραν το κατόρθωμα της Novartis.

Είναι όντως κατόρθωμα, και μάλιστα δεν είναι ένα μόνο κατόρθωμα αλλά είναι δύο. Το ένα είναι το επιστημονικό κατόρθωμα και το άλλο είναι το καπιταλιστικό κατόρθωμα. Επιστημονικό, καθώς φαίνεται ότι με μια και μοναδική δόση ενός φαρμάκου, άνθρωποι που έχουν φτάσει στα όρια της ζωής, κερδίζουν μια δεύτερη ευκαιρία. Μια ευκαιρία που δεν την δίνει καμία άλλη θεραπεία, μια ευκαιρία που είναι μονόδρομος και όχι επιλογή. Κατόρθωμα καπιταλιστικό, όχι μόνο γιατί αναίσχυντα μπαίνει στη ζυγαριά από τη μια μεριά η παιδική ζωή και από την άλλη το χρήμα, αλλά και γιατί η Novartis κερδίζει δισεκατομμύρια  ιδιοποιούμενη τον κόπο και την έρευνα των άλλων.

Επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας που ανακάλυψε το νέο φάρμακο είναι ο καθηγητής Dr. Carl June (φωτό), του πανεπιστημίου της Pennsylvania. Στο πλαίσιο αυτού του πανεπιστημίου έγιναν οι έρευνες που κατέληξαν στη δημιουργία του KYMRIAH.  Σε αρκετές συνεντεύξεις του σε μέσα ενημέρωσης, ο καθηγητής επισημαίνει:

«Δεν μπορούσαμε να λάβουμε χρηματοδότηση από το Εθνικό Ινστιτούτο για τον Καρκίνο. Πάνω από 15 χρόνια λαμβάνουμε χρήματα από τον φορέα LLS (Leukemia & Lymphoma Society), εισφορές των απλών ανθρώπων που ενισχύουν τον συγκεκριμένο φορέα για να χρηματοδοτήσει την έρευνα. Δεν υπήρξε καμία οικονομική υποστήριξη από τη φαρμακευτική βιομηχανία». Σύμφωνα με τον καθηγητή, η Novartis πλήρωσε για να έχει το δικαίωμα της εμπορικής εκμετάλλευσης της πατέντας, αλλά δεν επένδυσε στην έρευνα που προηγήθηκε αυτά τα 20 χρόνια. Τους ισχυρισμούς του καθηγητή επιβεβαιώνει και ο David Mitchell, ιδρυτής μιας ομάδας ασθενών (Patients for Affordable Drugs) που προωθεί το αίτημα για μείωση του κόστους θεραπειών και φαρμακευτικών αγωγών για πλήθος ασθενειών. Σε άρθρο του MIT Technology Review στις 30 Αυγούστου 2017, ο Davide Mitchell φέρεται να υποστηρίζει, ότι το ερευνητικό κόστος για το KYMRIAH, καλύφθηκε σε ένα μέρος του και από κρατικές επιχορηγήσεις που άγγιξαν τα τελευταία χρόνια τα 200 εκατομμύρια δολάρια. Δηλαδή, η έρευνα χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από την τακτική φορολογία των πολιτών και εν μέρει από φιλανθρωπικές οργανώσεις όπως η LLS. Άρα, αυτοί που χρηματοδότησαν την έρευνα, είναι οι ίδιοι που θα κληθούν να πληρώσουν τα 475.000$ εάν παραστεί η ανάγκη.

Ένα από τα πρώτα παιδιά που σώθηκαν, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, ήταν η πεντάχρονη (2012) Emily Whitehead (φωτό). Η μικρή έχοντας φτάσει λίγα εικοσιτετράωρα πριν το θάνατο, εντάχθηκε στην πειραματική δοκιμασία της πρωτοπόρας θεραπείας. Ο ίδιος καθηγητής, ο Dr. Carl June, ως υπεύθυνος του πειράματος για την περίπτωση της Emily επισημαίνει:

«Το κόστος της θεραπείας δεν υπερέβη τα 20.000 δολάρια και αυτό το ποσό ήταν τόσο υψηλό επειδή εκείνη την εποχή το φάρμακο ήταν ακόμα σε πειραματικό στάδιο. Όταν ένα φάρμακο βγαίνει στην αγορά, οι όροι παραγωγής και εμπορευματοποίησης αλλάζουν με αποτέλεσμα το κόστος της παραγωγής του να πέφτει πολύ χαμηλότερα»

Ωστόσο, στην περίπτωση του KYMRIAH το κόστος παραγωγής μπορεί να μειώθηκε, αλλά η τιμή της πώλησής του αυξήθηκε κατά 455.000 δολάρια, δηλαδή αυξήθηκε κατά 24 φορές. Άρα, με τα χρήματα που κοστολογεί η Novartis μια μοναδική δόση του φαρμάκου, θα μπορούσαν να σωθούν τουλάχιστον εικοσιτέσσερις  άνθρωποι, τουλάχιστον εικοσιτέσσερα παιδιά.

Πόσο το μετράει αυτό η πολυεθνική που ανέλαβε την εμπορική προώθηση και εκμετάλλευση της πατέντας; Το μετράει τόσο, όσο το μέτρησε το 2006, όταν αρνήθηκε στην Ινδία το δικαίωμα παραγωγής γενόσημου ενός άλλου αντικαρκινικού φαρμάκου που έσωζε ζωές, του Glivec.

Η Novartis ξεκίνησε τη δικαστική διαμάχη με την Ινδία, γιατί θέλησε να παρατείνει τη διάρκεια της πατέντας του Glivec. Η Ινδία είναι μια χώρα με 1,2 δις πληθυσμό, με τεράστια ποσοστά φτώχειας, με ανθρώπους που επιβιώνουν οριακά. Συγχρόνως, η Ινδία είναι η πατρίδα των γενόσημων φαρμάκων για ολόκληρο τον κόσμο, των φαρμάκων που όταν παρέρχεται η περίοδος προστασίας της πατέντας τους μπορούν να διατίθενται στους ασθενείς σε πολύ χαμηλότερη τιμή από την αρχική. Σύμφωνα με την πρόεδρο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Dr. Joanne Liu, «η Ινδία είναι το φαρμακείο του αναπτυσσόμενου κόσμου». Περισσότερο από το 80% των φαρμάκων που χρησιμοποιούν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα για να περιθάλψουν πάνω από 200.000 ανθρώπους που ζουν με τον ιό HIV, είναι γενόσημα φάρμακα που παράγονται στην Ινδία. Το ίδιο ισχύει για τη θεραπεία κι άλλων ασθενειών, όπως είναι η φυματίωση και η ελονοσία.  Το φάρμακο Glivec η Novartis το χρέωνε 4.000 δολάρια ανά μήνα θεραπείας, ενώ το αντίστοιχο γενόσημο κόστιζε 73 δολάρια. Με αυτή την τιμή, μπορούσαν, τόσο οι ίδιοι οι ασθενείς, όσο και διεθνείς οργανώσεις να βοηθούν όσους το έχουν ανάγκη. Σε αυτή την ανάγκη η Novartis αντέξατε τα κέρδη της. Κάνοντας ελάχιστες τροποποιήσεις στη σύνθεση του φαρμάκου, επιδίωξε να παρατείνει την πατέντα για να μην έχουν δικαίωμα να παράγουν το γενόσημο. Τη δίκη την έχασε, αλλά υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρίας έκανε δηλώσεις εκείνον τον καιρό στα μέσα μαζικής ενημέρωσης απειλώντας ότι τα προϊόντας της Novartis θα πάψουν να κυκλοφορούν στη συγκεκριμένη χώρα.

Αυτή είναι η στάση που επέλεξε τότε η πολυεθνική, την ίδια φαίνεται να επιλέγει και τώρα. Ένα άλλο από τα υψηλόβαθμα στελέχη της, όταν ερωτήθηκε για το υψηλό κόστος του KYMRIAH, απάντησε: «Άλλες θεραπείες για καρκίνους του αίματος, όπως η μεταμόσχευση του μυελού των οστών, κοστίζουν από 500.000 έως 800.000 δολάρια. Άρα, τα 475.000 δολάρια που χρεώνουμε εμείς είναι μια καλή τιμή».

Κανένας δεν αρνείται ότι τα 475.000 δολάρια είναι λιγότερα από τα 500.000 δολάρια, αλλά τι κόσμος είναι αυτός που κοστολογεί τη ζωή των παιδιών μας;

Τι κόσμος είναι αυτός, που βάζει στο ζύγι την ύπαρξή μας σε σύγκριση με τα κέρδη μιας εταιρείας;

Τι κόσμος είναι αυτός που αντέχει να βλέπει το παιδί να πεθαίνει, όταν η επιστήμη έχει ανακαλύψει το φάρμακο;

Είναι ο κόσμος του «έμπορα», εκείνου που μετράει ακόμα και τις ανάσες μας με το χρήμα.

Είναι ο κόσμος που θέλει να κάνει τη ζωή, το νερό, τη γη, τον ήλιο, τη θάλασσα κι ό,τι άλλο υπάρχει, να τα κάνει όλα εμπόρευμα.

Είναι ο κόσμος που σου λέει ότι η υγεία και ζωή δεν είναι δικαίωμα που το έχουμε όλοι όσοι έχουμε γεννηθεί, αλλά το έχουν μόνο όσοι μπορούν να το πληρώσουν. Αυτός είναι ο κόσμος των πολυεθνικών.

ΠΗΓΉ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *