Το δοκίμιο του Ευάγγελου Λεμπέση πρέπει να αναγνωστεί και να
κατανοηθεί ως μια βαθιά αλληγορία κοινωνικής κριτικής εναντίον της
διαφθοράς και της αναξιοκρατίας.
Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται σε ένα υπέροχο δοκίμιο για την
ηλιθιότητα (βλακεία), σύμφωνα με τον Έλληνα κοινωνιολόγο – συγγραφέα
Ευάγγελο Λεμπέση. Επίσης υπάρχει και ένα άλλο δοκίμιο – μελέτη από έναν
Ιταλό ιστορικό, οικονομολόγο και φιλόσοφο τον Κάρλο Τσιπόλα (Carlo Cipolla).

Η
μελέτη αυτή έχει τον τίτλο «Οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας». [Οι
ηλίθιοι βρίσκονται ανάμεσά μας. Είναι παντού, προέρχονται από όλες τις
κοινωνικές τάξεις και είναι πάντα έτοιμοι να προκαλέσουν ζημιά στους άλλους
και φυσικά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Οι ηλίθιοι συνιστούν την πιο επικίνδυνη
ομάδα ανθρώπων]. Ο Carlo Cipolla έγραψε το σύντομο πνευματώδες δοκίμιο σε
μία προσπάθεια να ανιχνεύσει και να κατανοήσει μία από τις πιο ισχυρές
δυνάμεις που εμποδίζουν την ανάπτυξη της ανθρώπινης ευμάρειας και ευτυχίας,
την ανθρώπινη ηλιθιότητα…
Ένα υπέροχο δοκίμιο που γράφτηκε στη αρχική του μορφή στην καθαρεύουσα, το
1941, έχει τεράστια κοινωνική σημασία για την σύγχρονη Ελληνική κοινωνία.

Εκ
πρώτης όψεως ο αναγνώστης προβληματίζεται με την θεματολογία και το νόημα
αυτής της μελέτης και με την κατηγορία των ανθρώπων με την οποία καταπιάνεται.
Οπωσδήποτε ο συγγραφέας με τον όρο βλάκες (ηλίθιους), δεν εννοεί τους
διανοητικώς αναπήρους ή καθυστερημένους, οι οποίοι εμπίπτουν άμεσα ή έμμεσα
στο χώρο της ιατρικής, της ψυχιατρικής και νομικής επιστήμης.
Για τον Λεμπέση, η βλακεία (μωρία), το αντίθετο της ευφυΐας και της σοφίας, είναι
θέμα βαθμού και είναι διάχυτο και πολυδιάστατο συστατικό της καθημερινής ζωής.
Χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ορισμένους τύπους και ομάδες ανθρώπων που μπορεί να
ασκούν εξουσία, ή να είναι υποτελείς σε αυτήν, την οποία όμως πάντοτε βλέπουν
ως πηγή εξυπηρετήσεως ιδιοτελών συμφερόντων και πελατειακών διασυνδέσεων.
Έτσι οι βλάκες, εν αντιθέσει προς τους ευφυείς, επιδιώκουν – συνήθως με ανέντιμα,
αθέμιτα ή και παράνομα μέσα και διάφορες ραδιουργίες- την εξυπηρέτηση
ιδιοτελών συμφερόντων εις βάρος του κοινού αγαθού.

Το πρόβλημα των βλακών
είναι ότι δεν διαθέτουν την διανοητική ικανότητα να διακρίνουν τις
μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ενεργειών τους στην κοινωνία και κατά συνέπεια,
στον εαυτό τους. Εκείνο που θέλει να δείξει και δείχνει πειστικά ο συγγραφέας είναι

ότι η κατηγορία των βλακών (μωρών), υπό την ευρεία έννοια, μεταφορικά και
ουσιαστικά, είναι πολυδιάστατη και βαθειά λειτουργική τόσο μέσα στην κοινωνική
κινητικότητα και κοινωνική διαφοροποίηση όσο και ως προς τη συμπεριφορά και
τις πρακτικές ορισμένων κατηγοριών ανθρώπων στον κοινωνικό και πολιτικό βίο. Ο
κύριος στόχος της μελέτης είναι να αναδείξει ουσιώδεις διατάξεις και όψεις της
παθογένειας της νεοελληνικής κοινωνίας, οι οποίες φαίνεται να είναι διαχρονικές
και οπωσδήποτε, σύγχρονες.

Το δοκίμιο, λοιπόν, του Ευάγγελου Λεμπέση πρέπει να
αναγνωστεί και να κατανοηθεί ως μια βαθιά αλληγορία κοινωνικής κριτικής
εναντίον της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας. Εβδομηνταοκτώ χρόνια μετά τη
συγγραφή της, αυτή η σύντομη αλληγορία θέτει επί τάπητος σύγχρονα προβλήματα
και βάζει βαθειά το νυστέρι στις κοντόφθαλμες κομματικό-πελατειακές και
πολιτικές πρακτικές της μεταπολεμικής περιόδου και στη συνέχεια, στην σύγχρονη
μεταπολιτευτική περίοδο, αναδεικνύοντας τα αίτια και τις βλακώδεις αντιλήψεις
και συμπεριφορές που επέφεραν την σημερινή παρακμή της ελληνικής κοινωνίας.

Ο
αλληγορικός και κυνικός τρόπος, με τον οποίο χειρίζεται την έννοια ο συγγραφέας,
του επιτρέπει μια βαθιά, ορθολογική, κριτική, αξιολογική προσέγγιση σε διαχρονικά
προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας.
Το μεθοδολογικό πρόβλημα της ανάλυσης, της περιγραφής των κοινωνικών
φαινομένων και της ηθικής αξιολόγησης των, υπήρξε πάντοτε έντονα
διαφιλονικούμενο στις κοινωνικές επιστήμες.

Οι μεγάλοι διανοητές του
Διαφωτισμού, όπως οι Καντ (Kant) και Χιουμ (Hume), διέγνωσαν ότι οι ηθικές αξίες
και διακρίσεις δεν απόρροια του ορθού λόγου (reason). Οι κλασικοί κοινωνιολόγοι
επίσης με πρωτοπόρο τον Μαξ Βέμπερ (Max Weber), επέμειναν στην διάκριση των
γεγονότων (facts), αξιών (values) και στην αυστηρή ουδετερότητα του κοινωνικού
επιστήμονα. Νεότερες κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, όπως εκείνης της σχολής της
Φρανκφούρτης, με εκπροσώπους τους Χάμπερμπας (Habermas), Αντόρνο
(Adorno), Μαρκούζε (Marcuse), κ.α., εισήγαγαν κάποια ηθική κριτική διάσταση
στην κοινωνιολογική ανάλυση, χωρίς να εμπλέκουν άμεσα το υποκείμενο.
Ο Λεμπέσης δεν θα μπορούσε να εμπλακεί σε τέτοια θεωρητικά, μεθοδολογικά
προβλήματα στον περιορισμένο χώρο ενός δοκιμίου.

Όμως με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία
και ορθολογική προσέγγιση και με το απαράμιλλο κριτικό, σατυρικό ύφος, με τον
όρο βλάκες και με ανάλυση των ενεργειών τους, κατορθώνει να διασυνδέσει
τρόπους σκέψης πρακτικές υποκειμένων με δομές και παθογένειες της
νεοελληνικής κοινωνίας, που έχουν τις ρίζες τους στις απαρχές του νεοελληνικού
κράτους.
Είναι πράγματι αξιόλογο ότι, σε τόσο σύντομο δοκίμιο, ο συγγραφέας κατορθώνει
να αρθρώσει κοινωνιολογική κριτική σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό και στα
δικτατορικά καθεστώτα οποιασδήποτε πολιτικής αποχρώσεως. Παράλληλα
καυτηριάζει την «έμφυτον» και «αγελαίαν» τάση των μετρίων και εντός του

δημοκρατικού πολιτεύματος, να συνασπίζονται σε παντός τύπου οργανώσεις,
κόμματα κλίκες, κλπ., είτε ως πελάτες είτε προκειμένου να αναρριχηθούν σε θέσεις
εξουσίας για τις οποίες είναι εντελώς ακατάλληλοι και ανίκανοι να κατέχουν.
Στα πλαίσια του κοινωνικού διαφορισμού και της κοινωνικής ανισότητας οι μέτριοι
και οι ανίκανοι βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να προωθήσουν και να
εδραιώσουν ένα σύστημα αναξιοκρατίας.

Αυτό γίνεται σε βάρος των ικανών και
ευφυών, τους οποίους οι βλάκες εμποδίζουν να αναδειχθούν και ανέλθουν με
διάφορες ανοίκειες μεθόδους και πρακτικές – τις οποίες οι ευφυείς απαξιούν και
αρνούνται να μετέλθουν.

Έτσι ο Λεμπέσης συνδέει την αξιοκρατία με ευφυΐα, την
ηθική και κοινωνική πρόοδο του συνόλου, την δε αναξιοκρατία με τη βλακεία, τη
φαυλότητα και την κοινωνική παρακμή και οπισθοδρόμηση.
Το δοκίμιο παρέχει μια γλαφυρή εικόνα των διαφόρων τύπων των βλακών όσο και
των μεθόδων που μετέρχονται στις καθημερινές πρακτικές των. Υπάρχουν οι
σοβαροφανείς βλάκες και οι λαϊκιστές, οι δημαγωγοί, τους οποίους συναντά κανείς
σε διάφορα επίπεδα του δημόσιου βίου, αλλά οι παρασιτικοί, γλοιώδεις κόλακες
και εκβιαστές οι οποίοι κατά τον Λεμπέση, « ενός βλακός προκειμένου μύριοι
έπονται».

Οι μέθοδοι τις οποίες μετέρχονται οι βλάκες για να ανέλθουν ή για την
επιδίωξη των συμφερόντων τους είναι συνήθως ανέντιμες ή και παράνομες,
βασίζονται κατά κανόνα στην απάτη και το ψεύδος. Επειδή είναι εκ φύσεως
καχύποπτοι, οι βλάκες τείνουν να αναπληρώνουν την διανοητική τους ανεπάρκεια
και ανικανότητα με την πονηριά, την οποία μάλιστα « αυταρέσκως εκλαμβάνουν
ως ευφυΐα».

Η πονηρία δηλαδή είναι ένας αμυντικό – επιθετικός μηχανισμός που
χρησιμοποιούν οι πνευματικά και διανοητικά ανεπαρκείς άνθρωποι στην επιδίωξη
των σκοπών τους ή και στην αντιμετώπιση των αναγκών και των δυσκολιών της
καθημερινής ζωής. Γι’ αυτό ο Λεμπέσης ανεπιφύλακτα κατατάσσει στους βλάκες σ’
αυτούς που ο λαός αποκαλεί επιτήδειους, αλλά και στους πάσης φύσεως
απατεώνες.

Έτσι ο συγγραφέας αγγίζει όχι μόνον ατομικές συμπεριφορές, αλλά
συλλογικά διαχρονικά σύνδρομα στη νεοελληνική κοινωνία, όπως τον
χαρακτηρισμό των δυτικοευρωπαίων ως κουτόφραγκων – φαινόμενο πρόσφατο –
(ακόμα και έως στην αρχή της κρίσης), δηλώσεις ψευδών δημοσιονομικών
στατιστικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Ένωση.
Εν κατακλείδι, λοιπόν, στην επανέκδοση (τώρα πλέον στη δημοτική γλώσσα),
αυτού του υπέροχου δοκίμιου, ο αναγνώστης καλείται να στοχαστεί τα αίτια του
διαχρονικού προβλήματος της διαφθοράς και έλλειψης αξιοκρατίας στον ελληνικό
βίο.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θέτει επί τάπητος το θέμα του
εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας προς μια
πολιτισμένη, δημοκρατική κοινωνία ισότητας και δικαίου.

Χρύσανθος Σαμοϊλης. Γενικός Γραμματέας Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Κορίνθου.
Πρόεδρος ΠΑΣΕ ΟΤΕ τοπικής διοικούσας, Κορινθίας.

Κόρινθος Σεπτέμβριος 2019.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *