Καθώς οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μία επίθεση άνευ προηγουμένου, οι σημερινές συνδικαλιστικές ηγεσίες αποδεικνύονται το λιγότερο ανεπαρκείς στην οργάνωση του αγώνα για την απόκρουσή της.

Η διάσταση μεταξύ της ανάγκης συγκρότησης των εργατικών αντιστάσεων και της πολιτικής της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας  των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, θέτει για μια ακόμα φορά το ζήτημα που επανειλημμένα έχει απασχολήσει τον ελληνικό συνδικαλισμό: Με ποιους όρους μπορεί να συνδυάζεται η επιδίωξη της οργανωτικής ενότητας του κινήματος  με την ταυτόχρονη διατήρηση της ανεξαρτησίας των αγωνιστικών  ταξικών δυνάμεων. Κατά πόσο ο αναγκαίος ακηδεμόνευτος ταξικός προσανατολισμός μπορεί να εκφραστεί στο πλαίσιο των γραφειοκρατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που  ελέγχονται από δυνάμεις  προσκείμενες στην εκάστοτε αντεργατική κυβέρνηση, ή άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων με πλήθος σωματείων  «σφραγίδα» – «φαντάσματα» ή και «μαϊμού»  ακόμα, ενταγμένες σε στενά κομματικά  ψηφοθηρικά συμφέροντα.

Η ιστορία του ελληνικού κινήματος  έχει σημαδευτεί από τις επίπονες και συστηματικές προσπάθειες ελέγχου του συνδικαλισμού από δυνάμεις εγκαθέτων καθεστωτικών. Ήδη στα πρώτα χρόνια ίδρυσης της ΓΣΕΕ το 1920 η κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε (αποτυχημένα) να αντιπαραθέσει στην εκλεγμένη Διοίκηση  που συνδεόταν με το νεοσύστατο  σοσιαλιστικό εργατικό  κόμμα Ελλάδας (κομμουνιστικό) μία άλλη διασπαστική, φίλα προσκείμενη προς αυτήν. Ο έλεγχος της ΓΣΕΕ  από τις ενωμένες δυνάμεις των συντηρητικών “εργατοπατέρων” και  των σοσιαλδημοκρατών συνδικαλιστών, που επιτεύχθηκε το 1926 επί δικτατορίας  Πάγκαλου και με τη βοήθεια της αστυνομίας, ολοκληρώθηκε δύο χρόνια αργότερα με τον αποκλεισμό των μαζικών οργανώσεων που επηρέαζε το ΚΚΕ. Σε απάντηση προχώρησαν στη συγκρότηση  χωριστής Συνομοσπονδίας της  Ενωτικής ΓΣΕΕ στα 1929. Επρόκειτο για μια κίνηση που εντασσόταν στην τότε πολιτική της κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία χαρακτηρίστηκε αργότερα σεχταριστική από τους ίδιους τους εμπνευστές της.

Η τεράστια επιρροή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην εργατική τάξη στα χρόνια της κατοχής και της Αντίστασης.

Κορυφαία  στιγμή στα δύσκολα χρόνια της κατοχής ήταν οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες του Μαρτίου και Φεβρουαρίου του 1943 ενάντια στην πολιτική επιστράτευση εργατών Ελλήνων σε στρατόπεδα εργασίας των κατακτητών. Αυτό ανατράπηκε δυναμικά, εναντία στα κατοχικά στρατεύματα Ιταλών και Γερμανών στην Αθήνα και στον Πειραιά. Η επιρροή αυτή διατηρήθηκε και στα επόμενα χρόνια και εκφράστηκε με τη θριαμβευτική νίκη του Εργατικού Αντιφασιστικού Συνασπισμού (ΕΡΓΑΣ), στο 8ο Συνέδριο  της ΓΣΕΕ  τον Μάρτιο του 1946 (εδώ συμμετείχε για πρώτη φορά και το νεοϊδρυθέν το 1945 Εργατικό Κέντρο Κορίνθου).

Τότε ακριβώς η διοίκηση πέρασε υπό αριστερό έλεγχο. Τρείς  μήνες  μετά, η εκλεγμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ καθαιρέθηκε, ακολούθησε η καθαίρεση των διοικήσεων και η διάλυση μαζικών  οργανώσεων που ελέγχονταν από την αριστερά , με μαζικές διώξεις – εκτοπίσεις – φυλακίσεις – δολοφονίες και  εκτελέσεις στελεχών του εργατικού κινήματος. Ήταν  η αρχή  του αιματηρού και αδελφοκτόνου εμφυλίου πολέμου, που πήγε την χώρα μας πολλές  δεκαετίες  πίσω, σπέρνοντας πολλά δεινά για τις επόμενες  γενεές με ευθύνες  των παρατάξεων που συμμετείχαν σ’ αυτόν.

 

Νεκροί στο συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου 1944.

Η εμφύλια σύγκρουση

Αμέσως μετά την Απελευθέρωση, η απόφαση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας για αφοπλισμό μόνο του ΕΛΑΣ προκάλεσε την αντίδραση του ΕΑΜ, που οργάνωσε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας (3 Δεκεμβρίου 1944). Οι συγκεντρωμένοι δέχτηκαν πυρά και περίπου 30 άνθρωποι σκοτώθηκαν. Τότε ξεκίνησαν μάχες σε ολόκληρη την Αθήνα ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τις κυβερνητικές δυνάμεις, που υποστηρίζονταν από βρετανικό στρατό. Οι συγκρούσεις ήταν πολύνεκρες, κράτησαν περίπου ένα μήνα (Δεκεμβριανά ή μάχη της Αθήνας) και έληξαν με ήττα των δυνάμεων του ΕΑΜ και αποχώρησή τους από την Αθήνα.

 

Από τον Εμφύλιο μέχρι το 1981 οι τριτοβάθμιες  οργανώσεις, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, τα Εργατικά Κέντρα, οι ομοσπονδίες  και τα  πρωτοβάθμια σωματεία που εντάσσονται  σ’ αυτές,  ελέγχονται πλήρως και ασφυκτικά από “εργατοπατέρες” συνδικαλιστές, που από τα πρώτα κιόλας μετεμφυλιακά χρόνια την δεκαετία του 1950,

Ο Μήτσος Παπαρήγας στο βήμα του 8ου συνεδρίου της ΓΣΕΕ

συνεργάζονταν με τις αστυνομικές υπηρεσίες  για τη δίωξη των υγειών συνδικαλιστικών φωνών με πρόφαση τον φόβο του κομμουνιστικού κίνδυνου και των παραφυάδων του, έχοντας αναγάγει την “ενασχόλησή” τους αυτή σε προσοδοφόρο για αυτούς επάγγελμα. “Αρχιερείς του εργατοπατερισμού” υπήρξαν ο Φώτης Μακρής ( γεν. γραμματέας της ΓΣΕΕ) και ο Δημήτρης Θεοδώρου (γεν. γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης) που συνεργάζονταν με Αμερικανούς νεοφιλελεύθερους συνδικαλιστές  και -αυτό δεν είναι πλήρως  εξακριβωμένο- με πράκτορες της ΚΥΠ και της CIA. Επίσης τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 συνεργαστήκαν με την Ευρωπαϊκή Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία υπό το πρόσχημα ότι ήταν δημοκράτες. Από την πλούσια δράση τους, προέκυψε ο όρος  “Μακρηθεοδωρισμός” .

Πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στο ΕΚΘ το 1961

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ 115.

 

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 η εργατική τάξη περνάει σε άλλη  φάση, αυτήν των μεγάλων διεκδικητικών αγώνων. Στην πρωτοπορία βρέθηκαν οι οικοδόμοι

 


Απεργία των οικοδόμων της Αθήνας, το Δεκέμβρη του 1960

αλλά και κλάδοι της διανοητικής εργασίας όπως οι τραπεζοϋπάλληλοι, στην ομοσπονδία των οποίων κυριαρχούν στελέχη του Κέντρου, και οι λογιστές  που επηρεάζονται  από την Αριστερά. Ήδη από το 1955 οι αριστερές δυνάμεις  συσπειρώνονται στο Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό κίνημα, που θέτει τους εξής στόχους: τον αγώνα για τα εργασιακά και ασφαλιστικά  δικαιώματα των εργαζομένων, την άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου και τον εκδημοκρατισμό του  συνδικαλιστικού  κινήματος. Με τη συμμετοχή και κεντρώων συνδικαλιστικών δυνάμεων διαμορφώνονται κινήσεις συνεργασίας συνδικαλιστικών οργανώσεων, που μορφοποιούνται τον Φεβρουάριο του 1962  στην κίνηση των Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών  Οργανώσεων (ΣΕΟ), με πρωτοβουλία των ομοσπονδιών τραπεζοϋπαλλήλων, των ομοσπονδιών Ηλεκτρισμού- Κοινής ωφέλειας   (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Σιδηρόδρομοι, κ.α.),  Εργατών Τύπου, οικοδόμων και λογιστών. Ήδη το καλοκαίρι του 1963  συμμετείχαν 115 συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ αργότερα προστέθηκαν εκατοντάδες άλλες.

Οι 115 συγκροτούνται με βασικό στόχο την εγγραφή ή επανεγγραφή στη δύναμη της  ΓΣΕΕ των οργανώσεων που είχαν αποκλειστεί από αυτήν και τη διοργάνωση Συνεδρίου με δημοκρατικές διαδικασίες. Παράλληλα, συντόνιζαν διεκδικητικούς αγώνες  των εργαζομένων, καθώς  η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ δεν έδειχναν την παραμικρή διάθεση για κάτι τέτοιο.

Η πτώση της κυβέρνησης  Καραμανλή και η άνοδος στην εξουσία της  Ένωσης Κέντρου και του Γ. Παπανδρέου αναπτέρωσε τις ελπίδες για εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος,

 

Κωνσταντίνος Καραμανλής – Γεώργιος Παπανδρέου

ενώ παράλληλα έδωσε το έναυσμα για την έκρηξη μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων στη διετία 1964-1965. Επικεφαλής των αγώνων αυτών τέθηκαν οι 115 που στις 6 Απριλίου 1964 κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν συγκέντρωση και πορεία 100.000 εργαζόμενων με αίτημα την αποκατάσταση της δημοκρατίας στο συνδικαλιστικό κίνημα.  Αποτέλεσμα της πίεσης αυτής ήταν η καθαίρεση της  Διοίκησης Μακρή και ο διορισμός νέας Διοίκησης από στελέχη προσκείμενα στη κυβέρνηση Παπανδρέου που δεσμεύτηκε να διοργανώσει  Συνέδριο  με δημοκρατικές  διαδικασίες. Η Διοίκηση αυτή διήρκησε μόλις εννέα μήνες απ’ τον Δεκέμβρη του 1964 έως τον  Σεπτέμβρη  του 1965. Μεσολάβησε το βασιλικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1965, η παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου, η αποστασία και το μεγαλειώδες κίνημα των ιουλιανών. Κορυφαία στιγμή του κινήματος ήταν η μεγάλη πολιτική απεργία της 27 Ιουλίου, που “νέκρωσε” όλη τη χώρα.

Ιουλιανά 1965

Με την καθαίρεση της κεντρώας Διοίκησης επανήλθαν και πάλι οι γνωστοί “εργατοπατέρες” που διατήρησαν τις  θέσεις τους και μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Με την επιβολή της δικτατορίας, τερματίστηκε και ιστορική διαδρομή των 115 ΣΕΟ  που είχαν εν τω μεταξύ γίνει 682. Οι περισσότερες διαλύθηκαν, ενώ σε όσες απέμειναν διορίστηκαν φιλο-χουντικές  διοικήσεις.

Το κίνημα των 115 κατόρθωσε να συνενώσει ό,τι πιο αγωνιστικό υπήρχε τότε στον ελληνικό συνδικαλισμό. Δυνάμεις που συμμετείχαν στην ΓΣΕΕ και αυτές που είχαν αποκλειστεί συνδιαμόρφωσαν ένα πρωτότυπο σχήμα συνεργασίας και συντονισμού. Μολονότι η  συνδικαλιστική πολιτική της Αριστεράς καθοριζόταν από τη συνολικότερη ρεφορμιστική πολιτική του παράνομου ΚΚΕ και  της ΕΔΑ, μολονότι ο λεγκανισμός* και η μέχρις εμμονής  προσπάθεια να τηρηθούν τα προσχήματα νομιμότητας, παρεμβάλλονταν ως εμπόδια στην εκδήλωση των αγωνιστικών διαθέσεων της συνδικαλιστικής βάσης, εντούτοις ήταν οι δυνάμεις των 115 που πρωτοστάτησαν σε αγώνες συχνά νικηφόρους, παρακάμπτοντας τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ χωρίς, όμως να απομονώνονται από τον κόσμο που συμμετείχε στις οργανώσεις της Συνομοσπονδίας. Αντίθετα, διατηρώντας στενή σχέση μαζί της, συνέβαλαν στην έντονη ριζοσπαστικοποίηση ευρύτατων τμημάτων της εργατικής τάξης.

Λεγκανισμός* Όρος, με τον οποίο η μαρξιστική Αριστερά κριτικάρει  ως δεξιά απόκλιση την προσήλωση στην αστική νομιμότητα με παράλληλη εγκατάλειψη της επαναστατικής πρακτικής.

Σαμοϊλης  Χρύσανθος, Γενικός Γραμματέας Εργατοϋπαλληλικού Κέντρο Κορίνθου, Υπάλληλος ΟΤΕ. Νοέμβριος 2017. 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *