Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που το πρώτο κομμάτι στη βασιλόπιτα ανήκε στον Ξένο. Ο Ξένος ήταν πρόσωπο ιερό. Ο Ξένος ήταν ο Χριστός, η Παναγία, ο Φτωχός. Ο Ξένος ήταν ο κυνηγημένος, ο βασανισμένος, ο κατατρεγμένος. Ο Ξένος ήταν αυτός που αναζητούσε μια πατρίδα, ένα κομμάτι γης να σταθεί όρθιος, λίγο χώμα να φυτέψει, ανθρώπους να μιλήσει,  αγκαλιές να κουρνιάσει.

Παππούδες και γιαγιάδες πρόσφυγες, κουβαλούσαν μαζί τους τις πατρίδες. Μα πάνω από όλα κουβαλούσαν τον Ξένο μέσα τους. Αυτόν που η νέα πατρίδα τους φόρεσε στολή. Ήταν οι παστρικιές, οι τουρκόσποροι, οι αγέλες όπως τους περίγραφε ο Βλάχος στη Καθημερινή, τα κίτρινα περιβραχιόνια, που απαιτούσε ο Κρανιωτάκης του Πρωινού Τύπου να φορούν, για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες. Κουβαλούσαν τις εντολές Στεργιάδη «να μείνουν εκεί γιατί αν πάνε στην Ελλάδα θα ανατρέψουν τα πάντα».

Ξεχάστηκαν όμως αυτά. Και ξεχάστηκαν γιατί κανείς δεν αγαπάει την Ιστορία, όλοι λατρεύουν τα παραμυθάκια. Εκεί που οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι.  Εκεί που ο καλός είναι δικός και ο κακός είναι ο ξένος. Εκεί που η πατρίδα δεν είναι αγκαλιά, αλλά περίκλειστο οικόπεδο, με συρματοπλέγματα και τείχη. Εκεί που η πατρίδα δεν είναι σπιτικό αλλά φυλακή.

Κι όμως πατρίδα είναι το συν-ανηκειν. Όχι ως γένος, όχι ως ράτσα, όχι ως φυλή, όχι ως έδαφος. Ούτε καν ως κουλτούρα.

Πατρίδα είναι οι μυρωδιές. Να μυρίσεις κανέλα στα πέρατα της οικουμένης και εσύ να χουχουλιάσεις στη μνήμη του κυριακάτικου κοκκινιστού στο οικογενειακό τραπέζι των μικράτων σου.

Πατρίδα είναι οι μουσικές. Να αλυχτά η Μπέλλου και να σε σέρνει ο ρυθμός που λες και υπάρχει μέσα σου, κάπου βαθιά κρυμμένος να χορέψεις.

Πατρίδα είναι το χρώμα του ουρανού, πατρίδα είναι το φως, είναι η μυρωδιά της βροχής που σου ανακαλεί μνήμες δικές.

Πατρίδα είναι η γλώσσα που αισθάνεσαι κι όχι η γλώσσα που μιλάς.Πατρίδα είναι το παγκόσμιο παραμύθι της Σταχτοπούτας που εσύ το κράτησες με τις εικόνες που είχες εύκαιρες σαν παιδί.

Οι τόποι ως μνήμες. Οι άνθρωποι ως κυρίαρχο ουσιαστικό και όχι σαν χρηστικό επίθετο.

Πατρίδα είναι να ακούς τον 8χρονο Χαντίλ, που χαροπαλεύει με τα ελληνικά και αυτά με τη σειρά τους χαροπαλεύουν στο στόμα και στο τετράδιο του, να τραγουδάει καμαρωτός τον «λεβέντη που εροβόλολαγε» για τη γιορτή στο σχολειό του.

Πατρίδα είναι να λυγάς σε εκείνη την αναπάντεχη, στη άλλη μεριά του κόσμου, συνάντηση με τον Καζαντζιδικό λυγμό του Σέρβου την ώρα που χάνει τα μπάσα στο ακορντεόν.

Πατρίδα είναι να αφουγκράζεσαι τρυφερά τους ανθρώπους που αναζητούν να ξανανιώσουν πατρίδα.

Πατρίδα δεν είναι οι σημαίες, οι παράτες, τα εμβατήρια και οι στολές.Πατρίδα δεν είναι οι στοιχημένοι μαθητές και στρατιώτες.

Πατρίδα είναι το υποκειμενικό. Αυτό που εσύ μυρίζεις, βλέπεις, ακούς, μιλάς, αισθάνεσαι. Πατρίδα δεν είναι χώρος, είναι χρόνος.

Αλλά πάνω από όλα Πατρίδα είναι η Έλλειψη της.

Το πρώτο κομμάτι στη βασιλόπιτα  λοιπόν και φέτος στον Ξένο. Τιμώντας τον αδύναμο και τον βασανισμένο, τιμώντας τον κυνηγημένο, τιμώντας αυτόν που έβγαλε φτερούγες γιατί έφτασε στην άκρη του γκρεμού, τιμώντας τις ρίζες της προσφυγιάς που κουβαλάμε. Τιμώντας ότι αγαπάμε. Τον Άνθρωπο. Και τις πατρίδες Του.

Γιατί μόνο αυτοί που συμπόνεσαν τις πατρίδες του καθενός, μπορούν να νοιώσουν πατρίδα δική τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *