Το κοριτσάκι των αστέγων καθρεπτίζεται μπροστά στο τζάμι ενός εγκαταλελειμμένου αυτοκινήτου τραγουδώντας ένα ερωτικό τραγούδι. Φοράει ρουχαλάκια λιωμένα, φτωχά, προφανώς από δωρεές, αλλά είναι καθαρά. Εκεί κοντά στο κέντρο του Ηρακλείου, λίγο πιο πάνω από το πάρκο Γεωργιάδη. Ύστερα βγάζει μία βούρτσα και χτενίζει τα μακρυά του τα μαλλιά, έχοντας στο στόμα μία πιάστρα, που με γρήγορες κινήσεις τοποθετεί στη συνέχεια στον κότσο της, ώσπου βγαίνει η μητέρα της από κάτι χαμόσπιτα, όπου φαίνεται πως βρήκαν καταφύγιο ετούτοι οι σύγχρονοι Άθλιοι του Ουγκώ, με ένα μικροσκοπικό σκυλάκι αγκαλιά. Παίρνει απ΄ το χέρι το κοριτσάκι και αρχίζουν να περπατούν με γρήγορα βήματα προς την Πλατεία Ελευθερίας…Λίγα 24 ωρα πριν μπει ο νέος χρόνος…

Ένιωσα άσχημα που εγώ περίμενα στο αυτοκίνητο τη γυναίκα και τις δικές μου κόρες να έρθουν απ΄τα ψώνια. Και ας τα φέρνουμε όλοι δύσκολα. Και ας μην μπορούμε να επιβιώσουμε με βάση τις πραγματικές μας ανάγκες. Ας μην μπορούμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Οι φόροι. Η ακρίβεια. Η ανασφάλεια. Οι ανάγκες. Οι δυσκολίες της ζωής μας. Μια ζωή δύσκολη. Μες στο άγχος. Την καταπίεση. Την τρέλα της σύγχρονης εποχής…
Μπροστά όμως στο θέαμα των άστεγων συνανθρώπων μας, δεν μπόρεσα να μην νιώσω τις δικές μου ενοχές, όχι γιατί δεν είμαι στη δική τους κατάσταση. Αλλά γιατί δεν είναι κοινωνία ανθρώπων μια κοινωνία που έχει άστεγους ανθρώπους. Δεν είναι κοινωνία ανθρώπων μια κοινωνία με ανθρώπους που κρυώνουν. Που πεινάνε. Που δεν έχουν μία στέγη να σκεπάσουν τα όνειρα τους. Να τα γλιτώσουν από τις κακοκαιρίες, τους κακούς ανθρώπους, τους εξουσιαστές, τους εραστές του χρήματος που ζουν σκοτώνοντας τους άλλους…
Λίγα 24ωρα πριν μπει το 2019, διάφορες τέτοιες σκέψεις πέρναγαν απ΄ το μυαλό μου. Ύστερα ένα άλλο κορίτσι, μάλλον στην εφηβεία, βγήκε απ΄ τα χαμόσπιτα, με μία μπλούζα δεμένη στο κεφάλι για να μην κρυώνει. Και άρχισε να σκουπίζει τα σκαλοπάτια. Πέρασε λίγη ώρα, όταν το κορίτσι αυτό βγήκε από τα χαμόσπιτα, ντυμένη με σπορ ρούχα που δεν προδίδουν τους χώρους και τις συνθήκες στις οποίες ζει και άρχισε να κατηφορίζει.
Η κοπέλα αυτή είχε μόλις λούσει τα μακρυά της τα μαλλιά. Λίγο εύσωμη. Με τα χέρια στο μπουφάν αφήνει πίσω της τα χαμόσπιτα με γρήγορα βήματα που έδειχναν μια ανεξήγητη σιγουριά.  Ποιος ξέρει. Μπορεί να έχει ραντεβού. Μου άρεσε αυτή άνεση. Όπως και η αδελφούλα της πρωτύτερα, που καθρεπτιζόταν στο τζάμι του αυτοκινήτου και τραγουδούσε…
Είναι βλέπεις Πρωτοχρονιά. Και όλα τα παιδιά του κόσμου φτιάχνουν τα όνειρα τους. Μόνο που τα όνειρα των φτωχών βγαίνουν μέσα από χαμόσπιτα, εκεί στο κέντρο μίας πόλης, σε μία παγωμένη μέρα, για να ζεστάνουν τις καρδιές μας…
“Μπαμπά ήρθαμε”, ακούω μια φωνή. Ήταν η μικρή μου που ανυπομονούσε να μου δείξει το παντελόνι που αγόρασε. Το είχε μάλιστα φορέσει κιόλας από τη χαρά της η μικρή. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και κινήσαμε για σπίτι.
Είναι Πρωτοχρονιά. Και τα παιδιά μπορούν και ονειρεύονται. Κάτω από τις λαμαρίνες ενός καταπατημένου χαμόσπιτου, που “πνίγεται” στο βούρκο, τα όνειρα των παιδιών δεν είναι λιγότερο ακριβά. Είναι το ίδιο φωτεινά σαν τις πονεμένες τους ψυχούλες… 

 

 

Πηγή: http://anemosantistasis.blogspot.com/2018/12/blog-post_945.html#ixzz5bFENVyBm

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *