5 Δεκέμβρη: Η σύγκρουση γενικεύεται- Τσώρτσιλ προς Σκόμπυ: «…σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη»

Οι Εγγλέζοι  παρεμβαίνουν ανοιχτά στις μάχες μετά από εντολή του Τσώρτσιλ. Ο βρετανός πρωθυπουργός διατάσσει τον στρατηγό Σκόμπυ: «Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν προς την πόλη». Και προσθέτει: «Μην διστάζετε πάντως να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση».

Βρετανοί αλεξιπτωτιστές σε δρόμο της Πλάκας. (Φωτογραφία του Dmitri Kessel «Ελλάδα του ’44», εκδόσεις ΑΜΜΟΣ, Αθήνα 1994).

Η  Γενική απεργία συνεχίζεται και χιλιάδες λαού κατακλύζουν το κέντρο της πόλης. Νέο πολύνεκρο χτύπημα των διαδηλωτών από ταγματασφαλίτες και αστυνομικούς της Ασφάλειας που είναι οχυρωμένοι στο ξενοδοχείο «Μητρόπολις» κοντά στην Ομόνοια.

Η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ διατάσσει το Α΄ Σώμα Στρατού να εκκαθαρίσει τις συνοικίες και να καταλάβει τα αστυνομικά τμήματα που δεν είχαν εξουδετερωθεί. Ο λόχος σπουδαστών της ΕΠΟΝ μπαίνει στο Πολυτεχνείο και χτυπά το απέναντι κτίριο της Γενικής Ασφάλειας. Εγγλέζικα τεθωρακισμένα παρεμβαίνουν στο Πολυτεχνείο. Οι Επονίτες αποσύρονται μετά από άνιση μάχη.

Η Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία καταλαμβάνει το κέντρο της Αθήνας και την έδρα του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στην οδό Σίνα (σ.σ.: Το κέντρο της πόλης που κρατούσαν οι Εγγλέζοι και οι κυβερνητικές δυνάμεις ο λαός το αποκαλούσε σκωπτικά «Σκομπία») Στο Βύρωνα φτάνουν και καταλαμβάνουν θέσεις μαχητές του Συντάγματος Κορίνθου του ΕΛΑΣ.

Στο αεροδρόμιο στο Χασάνι (σ.σ.: Στο σημερινό Ελληνικό) φτάνουν νέες βρετανικές ενισχύσεις.

Στον Πειραιά ο λαός φτιάχνει πάνω από 2.000 οδοφράγματα, ενώ στο μέγαρο Βάτη ενισχύεται η κυβερνητική φρουρά με νέες δυνάμεις.

Έξω από την Αθήνα, κοντά στη Θήβα, εγγλέζικα αεροπλάνα χτυπούν φάλαγγα του ΕΛΑΣ.

Το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου το Α΄ Σώμα Στρατού εκδίδει διαταγή  για τη μεταχείριση των αιχμαλώτων: « Παρακαλούμεν όπως λάβετε τα αναγκαία μέτρα δια την ασφάλειαν της ζωής των συλλαμβανομένων  αιχμαλώτων (αστυνομικών, χωροφυλάκων κλπ.)… Απαγορεύεται η κακομεταχείρισις και η αφαίρεσις της ζωής αυτών… Οι δωσίλογοι εκ των αιχμαλώτων δεν πρόκειται να αποφύγωσι τας ποινάς αίτινες επισύρουσιν οι άδικοι πράξεις αυτών, πλην αυταί θα επιβάλλονται νομίμως και υπό της αρμοδίας αρχής».

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

Τσώρτσιλ προς στρατηγό Ουίλσον: «Να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν προς την πόλη»

Στις 4 Δεκέμβρη ο Ουίνστον Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον στρατηγό Ουίλσον: «Πρώτος σκοπός μας με προτεραιότητα υπέρτατης τάξεως είναι η νίκη στην Αθήνα».

Μια μέρα μετά , στις 5 Δεκέμβρη, τηλεγραφεί απευθείας στον Σκόμπυ:

«Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν προς την πόλη. Μπορείτε να εφαρμόσετε  ό, τι μέτρα θέλετε για τον αυστηρό έλεγχο των δρόμων ή για την σύλληψη οποιουδήποτε αριθμού ταραξιών.

 

Βρετανοί στρατιώτες σε δρόμο της Αθήνας (Φωτογραφία του Dmitri Kessel oπ.π.)

Ο ΕΛΑΣ, φυσικά, θα προσπαθήσει να βάλει γυναίκες και παιδιά  σαν εμπροσθοφυλακή, εκεί όπου είναι πιθανόν ν’ ανοιχθεί πυρ. Αντιμετωπίστε τον έξυπνα και μην κάνετε λάθη.  Αλλά μη διστάσετε να πυροβολήσετε κατά οποιουδήποτε ενόπλου, ο οποίος επιτίθεται κατά της Βρετανικής εξουσίας ή της εξουσίας με την  οποία συνεργαζόμαστε. Θα ήταν καλό βεβαίως αν η διοίκησις σας ενισχυόταν με το κύρος κάποιας ελληνικής κυβερνήσεως και ο Λήπερ θα ζητήσει από τον Παπανδρέου να παραμείνει στη θέση του και να βοηθήσει. Μην διστάζετε πάντως να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση.

Πρέπει να είστε βέβαια σε θέση να δόσετε με τα τεθωρακισμένα σας ένα μάθημα στις ομάδες του ΕΛΑΣ , που θα πλησιάσουν από τα περίχωρα (…). Πρέπει να κρατήσουμε και να κυριαρχήσουμε στην Αθήνα. Θα ήταν σημαντικό αν αυτό το πετύχουμε χωρίς αιματοχυσία αν είναι δυνατόν, αλλά επίσης  και με αιματοχυσία αν είναι αναγκαίο…».

Τσώρτσιλ προς πρεσβευτή Λήπερ: «Αν παραιτηθεί ο Παπανδρέου, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει»

Την ίδια μέρα ο Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Λήπερ:

«Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε, ό,τι αν το κάνει , θα υποστηριχθεί  μ’ όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά ν’ αρρωστήσει και να μη μπορεί να τον πλησιάσει κανείς.  Έχει περάσει ο καιρός που οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη ελπίδα είναι να βγει απ’ αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας.

Τσώρτσιλ προς Λήπερ για τον Παπανδρέου,  πρωθυπουργό- μαριονέτα: «Θα μπορούσε το ίδιο καλά ν’ αρρωστήσει και να μη μπορεί να τον πλησιάσει κανείς» ( φωτογραφία του Dmitri Kessel οπ.π.).

Θα ιδήτε στο επόμενο τηλεγράφημά μου ότι ανέθεσα το όλο θέμα της άμυνας των Αθηνών και της διατηρήσεως του νόμου και της τάξεως στα χέρια του στρατηγού Σκόμπυ και ότι τον διαβεβαίωσα πως θα υποστηριχτεί έστω και αν κρίνει αναγκαίο να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε βία. Από δω και στο εξής εσείς  και ο Παπανδρέου θα συμμορφωθείτε στα πάντα με τις οδηγίες για ό,τι αφορά τα θέματα δημοσίας τάξεως και ασφαλείας. Πρέπει να υποστηρίξετε και οι δυο με κάθε δυνατό τρόπο τον Σκόμπυ και οφείλετε να του υποδεικνύετε κάθε μέσον που κρίνετε κατάλληλο για να κάνει πιο σθεναρή και αποφασιστική τη δράση του».

(Σπύρου Κωτσάκη- Νέστορα Καπετάνιου του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ  «Δεκέμβρης του 1944 στην Αθήνα», σ. 78,79, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986).

« Οι διαδηλωτές κατέβηκαν τούτη τη φορά με τα όπλα»

« Στις 5 του Δεκέμβρη το πρωί έγιναν οι ξεχωριστές κηδείες των καινούργιων θυμάτων.

Η αστυνομία του Έβερτ δοκίμασε να ξαναχτυπήσει. Οι διαδηλωτές όμως διδαγμένοι απ’ το σκληρό σχολειό της ζωής, κατέβηκαν τούτη τη φορά με τα όπλα. Κι’ η αστυνομία έκανε το κορόιδο.

Η 3,4,5 του  Δεκέμβρη έδειξαν καθαρά πως η επίθεση ενάντια στο λαό μας είχε αρχίσει. Ακόμα έδειξαν καθαρά ποιες ήταν οι αντιμέτωπες δυνάμεις. Από τη μια μεριά τα όπλα του Σκόμπυ και οι λίγοι προδότες και πραιτωριανοί , από την άλλη η συντριπτική πλειοψηφία του δημοκρατικού μας λαού…».

(Από την έκδοση της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Πειραιά,  το Δεκέμβριο του 1945, επανέκδοση από την Τομεακή Οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ το  2014).

Εγγλέζικα αεροπλάνα χτυπάνε φάλαγγα του ΕΛΑΣ

«… Το Τάγμα μας τώρα, μετά τον αφοπλισμό του Τάγματος Εθνοφυλακής στη Θήβα και την απόρριψη του τηλεσίγραφου των Άγγλων να παραδώσει τα όπλα, έχει φτάσει στο Σχηματάρι , όπου και συναντηθήκαμε.

Στις  4 του Δεκέμβρη φτάσαμε στο Τατόι, όπου με διαταγή της ΧΙΙΙ Μεραρχίας το τάγμα υπήχθη στο 34ο Σύνταγμα.

Στο μεταξύ το 1ο Τάγμα μας ( σ.σ.: Το 1ο τάγμα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας  Ρούμελης του ΕΛΑΣ) στο δρόμο του προς την Αθήνα βομβαρδίζεται ανάμεσα στη Θήβα και τη Μαλακάσα από εγγλέζικα αεροπλάνα , κι έχουμε τους πρώτους νεκρούς και τραυματίες…» (σ.σ.: Η επίθεση από τα αεροπλάνα έγινε στις 5.12).

(Γιώργου Χουλιάρα ( Περικλή) « Ο δρόμος είναι άσωτος ΕΛΑΣ-ΔΣΕ-Πολωνία» , σ. 375, Ιωάννινα 2005).

Λόχος Μπάυρον της ΕΠΟΝ, ο Ιερός Λόχος των σπουδαστών

Ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας σε συνέντευξη του στο Αρχειοτάξιο ( σ. 8,9, τ. 13, Ιούνιος 2011) μιλάει για την ανασυγκρότηση του λόχου σπουδαστών του ΕΛΑΣ, ο οποίος σε λίγες μέρες πήρε το όνομα «Λόχος Μπάυρον» από το όνομα του μεγάλου άγγλου ποιητή:

«… Μετά τη μεγάλη διαδήλωση στις 4 Δεκεμβρίου , βγάλαμε ντουντούκες και καλέσαμε όλους τους σπουδαστές στο Δημοτικό Σχολείο της Κυψέλης, στη Φωκίωνος Νέγρη, για να οργανώσουμε τον Λόχο των σπουδαστών. Πολύς κόσμος, ήταν και ο Αξελός εκεί. Επειδή  όμως το είχε μάθει το σύμπαν ότι θα μαζευτούμε εκεί , εκείνη την ώρα μας βομβάρδισαν από τον Λυκαβηττό. Εκεί σκοτώθηκε η Κοσκινά και ο Γιάννης Γκούμας, τραυματίστηκε η Ζωρζ Σαρρή και πολύς κόσμος ακόμα.

 

Επονίτες  της Σπουδάζουσας τις μέρες της απελευθέρωσης

Έγινε μακελειό κυριολεκτικά. Εγώ ήμουν επικεφαλής. Μετά τον βομβαρδισμό και τον θάνατο των προσωπικών μου φίλων, αποφασίστηκε να αναλάβει τον Λόχο ο Γρηγόρης Φαράκος κι εγώ ανέλαβα τη διαφώτιση της αχτίδας. Μετά από 3-4 μέρες τραυματίζεται ο Φαράκος στη Θεμιστοκλέους κι επιστρέφω εγώ στο Λόχο. Και μετά από δυό μέρες γίνεται η συνεδρίαση, στα Εξάρχεια, σ’ ένα σπίτι στο δεύτερο όροφο, και κει πέρα ο Λόχος σπουδαστών  για πρώτη φορά ονομάζεται «Λόχος Βύρωνα». Τον κράτησα ως την υποχώρηση κάπου στην Λαμία. Είχαμε μεγάλες απώλειες και στις μάχες και τον δρόμο…».

Εγγλέζικο τανκς ρίχνει την πόρτα του Πολυτεχνείου

Μαχητής του λόχου σπουδαστών ( πολλοί μαχητές του ήταν του Πολυτεχνείου) ο Σπύρος Τζουβέλης γράφει για τη μάχη με τους Εγγλέζους στο βιβλίο του «Μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη», σελ 11- 13, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003):

«Λίγο μετά το μεσημέρι, το μεγαλύτερο μέρος του λόχου των σπουδαστών του εφεδρικού ΕΛΑΣ προωθήθηκε από τα Εξάρχεια όπου ήταν η έδρα του και κατέλαβε όλα τα κτίρια του Πολυτεχνείου. Σκοπός ήταν να διαφυλαχθεί το Πολυτεχνείο από τους αντιπάλους και να χτυπηθεί η Ασφάλεια που βρισκόταν απέναντι, στην οδό Πατησίων. (…) Το απόγευμα, απροσδόκητα φάνηκαν εγγλέζικα τανκς, συνοδευόμενα από στρατό. Για πρώτη φορά φάνηκε καθαρά ότι επεμβαίνουν στις συγκρούσεις. Ζώσανε το Πολυτεχνείο και ένα τανκ έπεσε πάνω στην κεντρική σιδερένια πύλη, την έσπρωξε και την έριξε. Ένα τμήμα τους μπήκε στο κτίριο της Γραμματείας και άρχισε να ρίχνει πισώπλατα στους σπουδαστές που πολεμούσαν από τα παράθυρα και σε όσους βρίσκονταν στον διάδρομο».

«… μια σφαγή άνανδρη και εγκληματική»

Ο αρχιτέκτονας Φοίβος Τσέκερης, διμοιρίτης του λόχου σπουδαστών, που τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη του Πολυτεχνείου το ’44, γράφει στο βιβλίο του «Εδώ Πολυτεχνείο στα χρόνια της κατοχής- Από τους αγώνες με τη Σπουδάζουσα» ( εκδόσεις Εντός):

«… Το απόγευμα της ίδιας μέρας , 5 του Δεκέμβρη, είχανε ανάψει για τα καλά οι μάχες στο κέντρο της Αθήνας.

Ακροβολισμένοι και τοίχο-τοίχο, ο ένας πίσω από τον άλλο κατεβήκαμε στην πλατεία Εξαρχείων κι από κει κατηφορίσαμε τη Στουρνάρα προς το Πολυτεχνείο. Ολόκληρος ο δρόμος βαλλότανε από τη Γενική Ασφάλεια που βρισκόταν στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρα (…).

Το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας κατεστραμμένο μετά από την κατάληψή του τελικά από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, μετά την αποχώρηση των Βρετανών από το Πολυτεχνείο. Αριστερά διακρίνεται το Πολυτεχνείο.

Μπήκαμε στο Πολυτεχνείο από τα παράθυρα της λέσχης και σκορπίσαμε ώστε να καταλάβουμε όλα τα κτίρια του (…).

Δεν πέρασε λίγη ώρα και έγινε το μεγάλο κακό. Θάμαστε καμιά δεκαριά που είχαμε βγει στον απυρόβλητο διάδρομο για να ξεκουραστούμε. Μερικοί για να καπνίσουνε ένα τσιγάρο ώσπου να κρυώσουνε οι αραβίδες τους. Οι υπόλοιποι απ’ τα παράθυρα συνεχίζανε τη μάχη. Ξαφνικά είδαμε στην άκρη του διαδρόμου, αυτόματα να ξερνάνε φωτιά κατά πάνω μας. Σε λίγα δευτερόλεπτα βρεθήκαμε  όλοι τρυπημένοι από τις σφαίρες των Εγγλέζων να σφαδάζουμε πάνω στο τσιμεντένιο δάπεδο, να βογκάμε και να ζητάμε βοήθεια, ενώ οι σφαίρες εξακολουθούσανε να ρίχνονται κατά πάνω μας. όπως στεκόμαστε εκεί ανύποπτοι και απροστάτευτοι , τους δώσαμε εύκολο στόχο και κανείς δε γλίτωσε απ’ αυτή την απαίσια σφαγή. Μια σφαγή άνανδρη και εγκληματική, γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε εχθροπραξίες με τους Εγγλέζους. Δεν είχαμε ανταλλάξει πυρά και προσπαθούσαμε να τους πείσουμε ότι δεν πρέπει να αναμιχθούν στη διένεξη που είχαμε εμείς με την κυβέρνησή μας.

Δεν έχει ξεκαθαριστεί πως οι Εγγλέζοι φτάσανε μέχρι εκεί, χωρίς να τους ενοχλήσει κανένας, ώστε να μας βρούνε ακάλυπτους και να μας θερίσουν.

Απ’ ότι μάθαμε αργότερα, κάποιος κλητήρας του Πολυτεχνείου που ήξερε καλά τα κατατόπια, τους έμπασε κρυφά από το υπόγειο και από σκάλα, της οποίας αγνοούσαμε την ύπαρξη ώστε να τη φυλάμε.

Μετά απ’ αυτόν τον ξαφνικό αιφνιδιασμό, όσοι πολεμούσανε απ’ τα παράθυρα, όπως ήτανε, φυσικό εγκαταλείψανε τις θέσεις τους και ενωθήκανε με την ομάδα που βρισκόταν στο κτίριο της Αρχιτεκτονικής.

Αφίσα  της ΕΠΟΝ Σπουδαστών.

Κι εμείς μείναμε στο έλεος των Εγγλέζων, πεσμένοι πάνω στο δάπεδο του διαδρόμου, πνιγμένοι στα αίματά μας, να βογκάμε και μερικοί να ξεψυχάνε.

Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Να καταλάβω πόσες σφαίρες με είχανε χτυπήσει. Τα πόδια μου και τα δυο τα αισθανόμουνα σα λιωμένα. Η πρώτη μου σκέψη ήτανε να απομακρυνθώ από το μέρος που βρίσκονταν αυτοί που μας χτυπήσανε, και να πλησιάσω προς τους δικούς μας για να με περιθάλψουνε. Άρχισα να σέρνομαι στο διάδρομο. Σύρθηκα περίπου 30 μέτρα. Βγήκα από την πόρτα στο πλατύσκαλο και γαντζώνοντας τα χέρια μου στα σκαλιά, κατάφερα να κατέβω τη μικρή μαρμαρένια σκάλα, που έβγαζε στην αυλή του Πολυτεχνείου.

Βρέθηκα στην αυλή και σύρθηκα καμιά δεκαριά μέτρα προς τα εκεί που ήτανε οι δικοί μας, με την ελπίδα ότι κάποιοι θα έρθουνε να με πάρουνε. Εκεί οι δυνάμεις μου με εγκαταλείψανε και σταμάτησα την προσπάθεια να προχωρήσω άλλο.

Το μυαλό όμως δούλευε καλά και όλες μου οι αισθήσεις λειτουργούσανε επίσης καλά.

Όπως ήμουνα ξαπλωμένος ανάσκελα και ανίκανος πια να κάνω οτιδήποτε, παρακολούθησα λεπτό με λεπτό τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου.

Ένα εγγλέζικο τανκ έπεσε πάνω στη σιδερένια πόρτα της οδού Πατησίων, την άνοιξε διάπλατα και στάθηκε εκεί με την κάνη του να κοιτάει προς το χτίριο της Αρχιτεκτονικής. Εγγλέζοι στρατιώτες μπαίνανε πάνοπλοι, με προφυλάξεις και ακροβολίζονταν δεξιά κι αριστερά με πρόθεση να κυκλώσουνε το χτίριο. Ξαφνικά είδα ένα Εγγλέζο στρατιώτη να σκύβει και να με κοιτάει με περιέργεια. Ύστερα άρχισε να μου  μιλάει στη γλώσσα του χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. Ο τόνος της φωνής του έδειχνε συμπάθεια. Αυτό το επιβεβαίωσα σε λίγο, όταν άπλωσε το χέρι του και μου χάιδεψε το κεφάλι. Του ζήτησα νερό. Του έδειξα πλάι μια βρύση που ασταμάτητα έτρεχε νερό, γιατί όπως φαίνεται είχε σπάσει από κάποια σφαίρα.

Έτρεξε πρόθυμα προς τη βρύση, αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε δυνατή η φωνή ενός άλλου , μάλλον αξιωματικού, που τον διέταξε να μην ασχοληθεί άλλο μαζί μου αλλά να κοιτάξει τη δουλειά του. Μου έδωσε να καταλάβω ότι θα ξανάρθει αργότερα και έφυγε χωρίς να ξαναγυρίσει.

Είχε πια αρχίσει να νυχτώνει. Από μέσα από το διάδρομο ακουγόταν τα βογκητά και οι παρακλήσεις για βοήθεια των τραυματισμένων συναγωνιστών μας. Όσων ακόμα ζούσανε. Από μακριά ακουγόντουσαν πυροβολισμοί και εκρήξεις χειροβομβίδων, ενώ το χώρο του Πολυτεχνείου τον σκέπαζε μια σιγή που δε σήμαινε, παρά την προετοιμασία για τη μεγάλη σύγκρουση που θα ξεσπούσε σε λίγα λεπτά.

Είδα κάποιον ελασίτη να βγαίνει από το κτίριο της Αρχιτεκτονικής και να προχωράει προς το εγγλέζικο τανκς. Τον γνώρισα από το ντύσιμο και το περπάτημά του. Ήταν ο συνάδελφος μου στο Πολυτεχνείο Νίνος Χρυσόπουλος. Επειδή ήξερε καλά εγγλέζικα, κατάλαβα ότι τον είχε στείλει ο Γρηγόρης Φαράκος, ο καπετάνιος του λόχου, να μιλήσει με τους Εγγλέζους.

Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του να απευθύνεται προς αυτούς που ήτανε κλεισμένοι στην Αρχιτεκτονική.

«Συναγωνιστές. Όπως είχαμε συνεννοηθεί, τους είπα ότι εμείς δεν έχουμε σκοπό να πολεμήσουμε εναντίον τους, αν αυτοί δεν μας χτυπήσουν. Η διένεξη μας με την κυβέρνηση Παπανδρέου είναι μια υπόθεση που αφορά μόνο τον Ελληνικό λαό. Η επέμβασή τους θα αποτελούσε παραβίαση της συμφωνίας των τριών μεγάλων δυνάμεων. Έστω και τώρα τους παρακαλούμε να φύγουνε και να μας αφήσουν ήσυχους, να περιμαζέψουμε τους τραυματίες και τους νεκρούς μας. Η απάντησή τους ήτανε ότι μας θεωρούνε επαναστάτες και αναρχικά στοιχεία και ότι αν σε δέκα λεπτά δεν παραδοθούμε, θα επιτεθούνε με όλες τους τις δυνάμεις και θα μας εξοντώσουνε όλους».

Μετά ξεχώρισα τη φωνή του Φαράκου από την Αρχιτεκτονική:

«Να τους πεις ότι δεν είμαστε αναρχικά στοιχεία, αλλά φοιτητές που υπερασπιζόμαστε την Εθνική μας Ανεξαρτησία και αυτή τη στιγμή, το ίδιο το σχολείο μας. Δε θέλουμε πόλεμο μαζί τους, αλλά αν μας επιτεθούνε θα πολεμήσουμε. Δεν πρόκειται να παραδοθούμε».

Σε λίγο η φωνή του Χρυσόπουλου:

«Συναγωνιστές, η απάντησή τους είναι ότι σε τρία λεπτά επιτίθενται».

Πράγματι, πριν περάσουνε τρία λεπτά, οι Εγγλέζοι αρχίσανε να τρέχουνε πέρα δώθε, να παίρνουνε θέσεις μάχης και να ακούγονται διαταγές των αξιωματικών προς τους στρατιώτες.

Και να μια κόλαση φωτιάς απ’ όλες τις μεριές εναντίον των κλεισμένων στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Τα τανκς που είχανε περικυκλώσει το Πολυτεχνείο ρίχνανε απ’ όλες τις μεριές, από τους γύρω δρόμους. Κάθε λεπτό, χιλιάδες σφαίρες που προοριζόταν  για τους Γερμανούς, μαζί με τις γερμανικές από την Ασφάλεια, πέφτανε πάνω στους Έλληνες αγωνιστές, στους εφεδροελασίτες φοιτητές.

Η υπεροχή των Εγγλέζων σε οπλισμό ήτανε συντριπτική, όμως ηρωικά οι σύντροφοι κρατούσανε τις θέσεις τους και δεν τους αφήνανε να πλησιάσουνε, ούτε στην Αρχιτεκτονική, ούτε στο κτίριο Γκίνη.

Γρήγορα οι Εγγλέζοι καταλάβανε ότι τα πράγματα δεν ήτανε τόσο εύκολα , όσο νομίζανε.

Κι εγώ να είμαι πεσμένος ανάμεσα στους αντιμαχόμενους, χωρίς να μπορώ να κουνηθώ.

Πόσο μετάνιωσα που βγήκα στην αυλή και πόσο μακάριζα τους άλλους τραυματίες συντρόφους μου που είχανε παραμείνει μέσα στο διάδρομο,  προφυλαγμένοι κάπως από τους καινούργιους καταιγισμούς.

Είχε νυχτώσει για καλά όταν σταμάτησε η μάχη. Οι δικοί μας σταματήσανε να αντιστέκονται. Όσοι δεν είχανε τραυματιστεί ή σκοτωθεί και όσοι δεν είχανε πιαστεί αιχμάλωτοι, υποχωρήσανε προς τα Εξάρχεια που ήταν το αρχηγείο του λόχου. Όλα τα κτίρια του Πολυτεχνείου, όλες οι αυλές του είχαν περιέλθει στα χέρια των Εγγλέζων.

Όλοι εμείς οι τραυματισμένοι, που ώρες ατέλειωτες αισθανόμαστε το αίμα μας να φεύγει μαζί με τη ζωή μας, βρισκόμαστε στο έλεος των καινούργιων κατακτητών, που όπως φαίνεται είχανε σκοπό να μας αφήσουνε εκεί σα χτυπημένους σκύλους, ώσπου να μη μείνει σταγόνα από το αίμα μας. Ώσπου να πεθάνει και ο τελευταίος από μας…».

«… τραβιότανε από τη μέση η αστυνομία κι έμπαινε στη θέση της ο στρατός»

Σελίδες από τα «Τετράδια Ημερολογίου (1939-1945)» ( σ.530-531,  εκδόσεις Εστία) του κάθε άλλο παρά φιλικού προς το ΕΑΜ συγγραφέα Γιώργου Θεοτοκά:

« 5 Δεκεμβρίου.

Η κατάσταση χειροτέρεψε τη νύχτα. Έγινε συστηματική επίθεση εναντίον των αστυνομικών καταστημάτων με αποτέλεσμα να κυριευτούν από τις κομμουνιστές τα περισσότερα τμήματα της Αθήνας κι’ όλα του Πειραιά. Στην οδό Βαλαωρίτη ο διοικητής του γ΄ τμήματος Γλύκας μου είπε το πρωί πως είχε πάρει τελεσιγραφική διαταγή να παραδώσει το κατάστημα και τα όπλα, μα αρνήθηκε. Είχε λάβει έκτακτα προφυλακτικά μέτρα στις δύο άκρες του δρόμου. Ολη μέρα ακούω ακατάπαυστα πυροβολισμούς, πολυβολισμούς, χειροβομβίδες. Μικροπανικοί στους δρόμους. Ακούω για σοβαρές συμπλοκές που γίνουνται στην Ομόνοια, στην οδό Μασσαλίας και αλλού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γίνεται στην Ελλάδα επανάσταση, που οι επαναστάτες όμως επιμένουν ακόμα να την παρουσιάζουν σαν άμυνα του λαού εναντίον των άδικων επιθέσεων των «άλλων». Οι «άλλοι» ως τις πρώτες απογευματινές ώρες,  ήταν η αστυνομία των πόλεων , στην οποία ανατέθηκε από προχτές το πρωί να δεχτεί την πρώτη μεγάλη επαναστατική επίθεση σχεδόν ολομόναχη, με λιγοστή ενίσχυση της χωροφυλακής. Φυσικά φάνηκε αμέσως πως δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα ( σ.σ.: Μεγάλο μέρος των αστυφυλάκων και αρκετοί αξιωματικοί είχαν προσχωρήσει στο ΕΑΜ. Διοικητής της Εθνικής Πολιτοφυλακής στην Αθήνα ήταν ο αστυνομικός διευθυντής Κώστας Τσαπόγας. Επίσης αστυνομικοί συμμετείχαν και στην ΟΠΛΑ).

Αναφορά του διοικητή  της Τρίτης Ορεινής Ταξιαρχία Θρασύβουλου Τσακαλώτου στον Σκόμπυ και τον Παπανδρέου.

Μα η κυβέρνηση έδειξε, τις δυο-τρεις αυτές μέρες, αρκετή διστακτικότητα και διάθεση να συγκρατήσει τον εμφύλιο πόλεμο, όσο ήτανε δυνατό. Όμως κατά τις 3μ.μ., βγαίνοντας από το σπίτι και προχωρώντας ως το Σύνταγμα, με έξοχο ανοιξιάτικο καιρό, ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει, στην κατάσταση, δηλαδή τραβιότανε από τη μέση η  αστυνομία κι έμπαινε στη θέση της ο στρατός. Μεγάλες αγγλικές μηχανοκίνητες φάλαγγες ανέβαιναν προς του Αμπελοκήπους με τα όπλα προτεταμένα και το δάχτυλο στη σκανδάλη. Στο Σύνταγμα είδα παραταγμένα αγγλικά άρματα. Σοβαρές αστυνομικές δυνάμεις και αγγλικός στρατός φρουρούσαν την περιοχή Παλαιών Ανακτόρων και Υπουργείου Εξωτερικών. Η αστυνομία έκανε σωματική έρευνα στους διαβάτες που δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Κατόπι είδα να κατεβαίνουν από τους Αμπελοκήπους φάλαγγες της ταξιαρχίας Ρίμινι που έμπαιναν στη μάχη. Οι στρατιώτες τραγουδούσαν και φώναζαν «Για την Ελλάδα μόνο!».  Ήταν ο εμφύλιος πόλεμος…».

Διαβάστε αύριο, 6 Δεκεμβρίου: 

  • «Μέρες του Δεκέμβρη ΄44»:  6 Δεκέμβρη: Μάχες σε Μακρυγιάννη, Καισαριανή και Πειραιά. Του Γιώργου Καραγιάννη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *