Σαν σήμερα, στις 3 Αυγούστου 1980, έπεφτε η αυλαία των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας, με μια τελετή λήξης που έμεινε στην ιστορία ως μία από τις ωραιότερες όλων των εποχών, με πρωταγωνιστή τη μασκότ των Αγώνων, το Μίσα.

Πριν φτάσουμε όμως σ’ αυτή τη στιγμή είχαν προηγηθεί δύο εβδομάδες αγώνων με αγωνιστικές συγκινήσεις και διάφορους πρωταγωνιστές, όπως ο Κουβανός Τεόφιλο Στίβενσον, αλλά και το πολιτικό παρασκήνιο πριν τη διεξαγωγή τους, που επισκίασε το αγωνιστικό κομμάτι. Μια σειρά χώρες (65 των αριθμό) του λεγόμενου δυτικού κόσμου έψαχναν πρόσχημα για να μποϊκοτάρουν τους αγώνες που θα διεξάγονταν στην “πρωτεύουσα του κομμουνισμού” και το βρήκαν στη στρατιωτική βοήθεια που προσέφερε η Σοβιετική Ένωση στην αφγανική κυβέρνηση, ενάντια στους Ταλιμπάν και άλλους “μαχητές της ελευθερίας”, που χρηματοδοτούνταν αδρά από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Μαζί τους και η Κίνα του Ντενγκ Ζιάο Πινγκ, που συμμετείχε πάντως κανονικά στους επόμενους Αγώνες του 1984 στο Λος Άντζελες -όπως έκανε άλλωστε και η Ρουμανία του Τσαουσέσκου.

Κάποιες χώρες αποφάσισαν να μη συμμετέχουν επίσημα, αφήνοντας ωστόσο το ελεύθερο στους αθλητές τους να συμμετέχουν μεμονωμένα -και όχι ως μέλη κάποιας εθνικής αποστολής. Ανάμεσά τους ήταν πχ ο Βρετανός Σεμπάστιαν Κόου, ο θρύλος των 800 μέτρων, που πρώτευσε μάλιστα στο αγώνισμά του, κερδίζοντας το χρυσό και ακούγοντας στην απονομή τον ολυμπιακό ύμνο… Ωστόσο κάποια άλλα κράτη, όπως οι ΗΠΑ, απαγόρευσαν στους αθλητές τους να πάρουν μέρος στους Αγώνες, απειλώντας τους μάλιστα με αυστηρές κυρώσεις, στην περίπτωση που δε θα υπάκουαν.

Παρόλα αυτά, η Ελλάδα συμμετείχε κανονικά με αποστολή 42 αθλητών, ενώ στη Μόσχα καταγράφηκε και η πρώτη συμμετοχή της Κύπρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στη λιτή πλην εντυπωσιακή τελετή έναρξης, οι Σοβιετικοί απέτισαν μάλιστα ένα μικρό φόρο τιμής στην Αρχαία Ελλάδα, τον τόπο όπου γεννήθηκαν οι Αγώνες. Στην πράξη βέβαια, ποτέ δεν ίσχυσε το στερεότυπο για το περίφημο “ολυμπιακό ιδεώδες” και την κατάπαυση των πολεμικών συγκρούσεων, κατά την περίοδο διεξαγωγής των αγώνων -ούτε στην αρχαιότητα, ούτε πολύ περισσότερο σήμερα.

Ωστόσο, η πιο ισχυρή ανάμνηση που κρατάνε όλοι -ακόμα και όσοι δεν πρόλαβαν να την ζήσουν ζωντανά- προέρχεται από την τελετή λήξης, με τον απόλυτο πρωταγωνιστή των Ολυμπιακών της Μόσχας, που δεν ήταν άλλος απ’ τη μασκότ των Αγώνων, το αρκουδάκι “Μίσα” (Misha). Ο Μίσα σχεδιάστηκε από το Ρώσο Βίκτορ Κιζίκοφ, ένα Ρώσο εικονογράφο παιδικών παραμυθιών, και έδενε αρμονικά με όλο το πνεύμα των τελετών, που θύμιζαν σκηνικά παιδικού θεάτρου, μακριά από εφέ και κιτς υπερβολές -που θα είχαν την τιμητική τους τέσσερα χρόνια μετά, στο Λος Άντζελες.

Το παράδοξο είναι πως η μασκότ των λιγότερο εμπορευματοποιημένων -παρά τις όποιες αντιφάσεις- αγώνων στη μεταπολεμική ιστορία του θεσμού, ήταν αυτή που σημείωσε και τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, κατακτώντας το κοινό. Δεν είναι τυχαίο ότι κυκλοφόρησε σε πολλές εκδοχές-παραλλαγές προϊόντων (παιχνίδια, ρούχα, μπρελόκ, γραμματόσημα) και συνεχίζει να είναι δημοφιλής μέχρι σήμερα -ουσιαστικά και η μασκότ των Χειμερινών Αγώνων στο Σότσι της Ρωσίας, το 2014, ήταν εμπνευσμένη από το Μίσα.

Η κορυφαία στιγμή για τη μασκότ και τους Αγώνες της Μόσχας ήρθε στην τελετή λήξης, με ένα συγκινητικό αποχαιρετισμό και το διάσημο δάκρυ του Μίσα που σχημάτιζε μια παιδική κερκίδα με χρωματιστά χαρτόνια, σε ένα φαντασμαγορικό συλλογικό κολάζ-ψηφιδωτό, και με εξαιρετικό συγχρονισμό. Την ίδια στιγμή, ο Μίσα ανελήφθη στους ουρανούς, δεμένος με μια ντουζίνα μεγάλα μπαλόνια, υπό τους ήχους του υπέροχα μελαγχολικού “Ντασφιντάνια”, του ρώσικου αποχαιρετισμού που σημαίνει “στο επανιδείν”…

Όλα αυτά, μαζί με την ειλικρινή συγκίνηση και τα δάκρυα των ενήλικων θεατών στις κερκίδες, φαντάζουν σε εμάς σαν τραγική ειρωνεία, υπό το πρίσμα της στερνής μας γνώσης για τις δραματικές ανατροπές που ακολούθησαν μετά από μια δεκαετία στη χώρα του σοσιαλισμού. Και εκείνο το “ντασφιντάνια” θα μπορούσε να είναι σαν ένας αποχαιρετισμός στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, με τη μεγάλη προσφορά και τις αδυναμίες του, και με την υπόσχεση πως θα τον χτίσουμε ξανά, καλύτερο και πιο ισχυρό απέναντι στους εχθρούς του.

Κλείνουμε την επετειακή αναφορά με ένα σοβιετική σκίτσο της εποχής, στο πνεύμα των καιρών, που το βρήκαμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του φοιτητή (τότε) Στρ. Ψαράκη, αναρτημένη στο διαδίκτυο, με τίτλο “Τύπος, Αθλητισμός και Πολιτική: «Η περίπτωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας μέσα από δημοσιεύματα του “Ριζοσπάστη”»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *