Τις τάσεις και απόψεις των Ελλήνων στην τρέχουσα χρονική συγκυρία της πανδημίας καταγράφει η νέα, τρίτη κατά σειρά για τον Covid-19, έρευνα του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης «διαΝΕΟσις», στο διάστημα 1-10 Δεκεμβρίου, σε πανελλαδικό δείγμα 1.100 ατόμων, σε συνεργασία με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Metron Analysis. Αυτή τη φορά, μάλιστα, το ερωτηματολόγιο συντάχθηκε σε συνεργασία με τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών και το υπουργείο Υγείας.ADVERTISING

Τα ευρήματά της συγκρίνονται και με τις προηγούμενες δύο έρευνες. Βάσει αυτών, στα μέσα Σεπτεμβρίου το 42% των Ελλήνων δήλωναν ότι δεν προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού, όταν αυτό εγκριθεί από τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς και εθνικούς φορείς, κι αρχίσει να διατίθεται δωρεάν (άθροισμα των απαντήσεων «σίγουρα όχι» και «μάλλον όχι» στη σχετική ερώτηση). Λιγότερους από τρεις μήνες μετά, όμως, η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική. Το 42% έχει πέσει πλέον στο 27,4%. Σήμερα δύο στους τρεις Έλληνες (66,3%) δηλώνουν ότι θα κάνουν το εμβόλιο (άθροισμα των «σίγουρα ναι» και «μάλλον ναι»). Ένας στους τρεις, μάλιστα, απαντούν εμφατικά «σίγουρα ναι».

Οι απαντήσεις των ερωτηθέντων διαφέρουν στις διάφορες ομάδες του πληθυσμού. Τα ποσοστά αυτών που προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο είναι μεγαλύτερα στους πιο ευκατάστατους, καθώς και σε όσους δηλώνουν ότι πάσχουν από κάποιο υποκείμενο νόσημα. Στους ηλικίας άνω των 65, το ποσοστό αυτών που προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο φτάνει στο 80,4% – μάλιστα αυτοί που απαντούν «σίγουρα ναι» είναι το 55%.

Πώς άλλαξε τόσο γρήγορα η άποψη ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού; Σύμφωνα με τη «διαΝΕΟσις», αφενός η έρευνα του Δεκεμβρίου έλαβε χώρα σε ένα διάστημα όπου η Ελλάδα έχει σταθερά χιλιάδες κρούσματα, περίπου 600 Έλληνες στις ΜΕΘ και περίπου 100 νεκρούς από Covid-19 κάθε ημέρα, οπότε ο υγειονομικός κίνδυνος είναι πολύ πιο έντονος και προφανής. Το σημαντικότερο, ωστόσο, όπως σημειώνει, είναι ότι στις αρχές Νοεμβρίου μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες ανακοίνωσαν ότι τα εμβόλια που αναπτύσσουν ολοκλήρωσαν με επιτυχία την 3η φάση δοκιμών σε δεκάδες χιλιάδες εθελοντές, με αποτελέσματα, μάλιστα, πολύ καλύτερα του αναμενομένου.

Στο μεταξύ, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα και του Σεπτεμβρίου κι επιβεβαιώνεται και τώρα, στην Ελλάδα δεν φαίνεται να υπάρχει ισχυρό κίνημα αντιεμβολιαστών ή αρνητών του ιού. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων έχει πολύ θετικές απόψεις για τα εμβόλια γενικότερα. Στην ερώτηση «συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την άποψη ότι τα εμβόλια σώζουν ζωές», το 94% των ερωτηθέντων συμφωνεί. Μάλιστα, το 61% συμφωνούν «απολύτως».

Από το περίπου 27% που δηλώνουν ότι (σίγουρα ή μάλλον) δεν θα κάνουν το εμβόλιο, η κυριότερη αιτία που αναφέρουν με πολύ μεγάλη διαφορά είναι το ότι «μπορεί να μην είναι ασφαλές ή μπορεί να έχει παρενέργειες». Τα ποσοστά των πολιτών που δηλώνουν ότι «δεν υπάρχει ο ιός» ή «δεν εμπιστεύομαι τα εμβόλια» σε αυτή την ερώτηση είναι πάρα πολύ χαμηλά. Όπως επισημαίνει ο διευθύνων σύμβουλος της Metron Analysis, Στράτος Φαναράς, «ελάχιστοι είναι εκείνοι που αμφισβητούν επί της ουσίας την προσφορά των εμβολίων στη δημόσια υγεία και το λεγόμενο “αντιεμβολιαστικό κίνημα” είναι περιορισμένο με επιδημιολογικούς όρους. Αλλά αν η ενημέρωση των πολιτών δεν είναι ειλικρινής, διαφανής και κατανοητή, μπορεί να σπεκουλάρει στην άγνοια και να καταστεί υπολογίσιμη δύναμη».

Πάντως, είναι γεγονός, κατά τη «διαΝΕΟσις», ότι, αν και πολλοί Έλληνες έχουν ήδη λάβει την απόφαση να κάνουν το εμβόλιο (ένας στους τέσσερις από όσους θα έκαναν (μάλλον ή σίγουρα) το εμβόλιο δηλώνουν ότι θα το έκαναν «από τους πρώτους»), μεγάλο ποσοστό των πολιτών έχουν ακόμα επιφυλάξεις και δισταγμούς. Περίπου οι μισοί από όσους δηλώνουν ότι προτίθενται να κάνουν το εμβόλιο, θα ήθελαν πρώτα να το συζητήσουν περισσότερο με γιατρούς ή συγγενείς.

Έρευνα «διαΝΕΟσις»-περίληψη

Ενδεικτικό και του κλίματος στην κοινωνία είναι πως το 40,9% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι έχουν κάνει φέτος το εμβόλιο κατά της γρίπης, ένα ποσοστό πολύ υψηλότερο από το σύνηθες. Πράγματι, φέτος η ζήτηση για το εμβόλιο της γρίπης είναι πολύ μεγαλύτερη και ενδέχεται να φτάσει ως και 1 εκατ. περισσότερες δόσεις απ’ ό,τι πέρυσι. Μάλιστα, οκτώ στους δέκα ερωτηθέντες ηλικίας άνω των 65 δηλώνουν πως έχουν κάνει το εμβόλιο της γρίπης.

Όπως είναι αναμενόμενο, από όσους δηλώνουν ότι έχουν κάνει το εμβόλιο κατά της γρίπης, το 84,1% δηλώνουν ότι θα κάνουν και το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η πλειονότητα των πολιτών πιστεύουν ότι το εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο στη χώρα μας «το πρώτο τρίμηνο του 2021».

Κατά τα λοιπά, απ’ ό,τι φαίνεται, ακόμα και μετά από δέκα μήνες πανδημίας και κρίσης, οι Έλληνες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι γενικά στη χώρα μας «τα πράγματα πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση». Αν και το ποσοστό έχει υποχωρήσει αισθητά από το ιστορικά ανώτατο 86% του περασμένου Απριλίου, ωστόσο δεν έχει αλλάξει πολύ από του Σεπτεμβρίου (54% έναντι 57% τον Σεπτέμβριο). Αυτή η στάση είναι ασυνήθιστη, η Metron Analysis κάνει αυτή την ερώτηση τακτικά, κάθε μήνα στις έρευνές της από το 2014 και με ελάχιστες εξαιρέσεις οι Έλληνες πάντα, παραδοσιακά θεωρούσαν ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, ωστόσο, πλειοψηφικά ποσοστά θεωρούν ότι η χώρα μας πάει προς τη σωστή κατεύθυνση.

Στην ερώτηση, μάλιστα, για το αν η χώρα μας πηγαίνει προς τη σωστή ή προς τη λάθος κατεύθυνση ειδικά για το θέμα της πανδημίας, ελαφρά μεγαλύτερο ποσοστό (59%) πιστεύει ότι, όντως, πάμε καλά.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ηλικία παίζει μεγάλο ρόλο στο πώς απαντούν οι Έλληνες. Όσο μεγαλύτερη η ηλικία, τόσο πιο αισιόδοξη η στάση. Μόνο το 37,2% των νέων ηλικίας 18-24 πιστεύουν πως η χώρα πάει προς τη σωστή κατεύθυνση. Στους άνω των 65, όμως, το ποσοστό είναι 61,6%.

Εξάλλου, εν μέσω lockdown και της κορύφωσης του δεύτερου κύματος, το ποσοστό των Ελλήνων που πιστεύουν ότι «τα χειρότερα έχουν περάσει» αυξήθηκε σε 39%, έναντι 19% τον περασμένο Σεπτέμβριο. Η πλειονότητα, ωστόσο (47%, από 73% τον Σεπτέμβριο) εξακολουθούν να πιστεύουν ότι «έρχονται δυσκολότερες ημέρες».

Και αυτή τη φορά επιβεβαιώνεται ότι η πανδημία έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο ζωής. Το 65,1% δηλώνουν ότι οι ζωές τους έχουν αλλάξει «πολύ» ή «πάρα πολύ» – και το ποσοστό φτάνει το 88% αν προστεθεί και το «αρκετά» (από 73% τον Σεπτέμβριο). Όλες οι ηλικίες, όλες οι κοινωνικές τάξεις κι όλες οι κατηγορίες πληθυσμού συμφωνούν – με την εξαίρεση ενός αξιοσημείωτου 23,8% όσων δηλώνουν αγρότες, οι οποίοι απαντούν πως η ζωή τους στην πανδημία δεν έχει αλλάξει «καθόλου».

Επιπλέον, οι Έλληνες εξακολουθούν να φοβούνται τον κορωνοϊό. Ένα 54% απαντούν «πιθανό» ή «αρκετά πιθανό» στην ερώτηση αν θεωρούν ότι κινδυνεύουν να προσβληθούν, και 63% απαντούν «πολύ» ή «αρκετά» στο πόσο πιστεύουν ότι κινδυνεύουν από τη νόσο, αν προσβληθούν. Και εδώ οι απαντήσεις επηρεάζονται σημαντικά από την ηλικία των ερωτηθέντων.

Εξάλλου, για πρώτη φορά από τον Απρίλιο, που η «διαΝΕΟσις» κάνει τέτοιες έρευνες, γίνεται στατιστικά σημαντικό το ποσοστό των ανθρώπων που απαντούν θετικά στην ερώτηση αν έχουν κολλήσει κορωνοϊό. Περίπου 2,5% απαντούν «ναι» στη σχετική ερώτηση, ένα ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 200.000 ανθρώπους στον γενικό πληθυσμό, όχι πάρα πολύ μακριά από τον πραγματικό αριθμό επιβεβαιωμένων κρουσμάτων (πάνω από 130.000 πλέον).

Όσον αφορά το πότε υπολογίζουν ότι θα τελειώσει η πανδημία και θα επανέλθει μια φυσιολογική καθημερινότητα, οι απαντήσεις, σύμφωνα με την έρευνα, αποτυπώνουν μια συνειδητοποίηση κι έναν ρεαλισμό. Την ώρα που τον περασμένο Απρίλιο η πλειονότητα των Ελλήνων (68%) πίστευαν ότι η κανονικότητα θα έχει επανέλθει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020, τον Σεπτέμβριο, όπως και σήμερα, οι απαντήσεις ήταν πολύ διαφορετικές: Πλέον το 68% των Ελλήνων πιστεύουν ότι θα επιστρέψουμε σε κανονικότητα μετά τα μέσα του 2021 – κι ένας στους τρεις θεωρούν ότι θα επανέλθουμε κάποια στιγμή από το 2022 κι ύστερα.

Σήμερα, εξάλλου, σχεδόν όλοι οι Έλληνες (92%) δηλώνουν ενημερωμένοι για την πανδημία, με το 49% να δηλώνουν «πολύ» ή «πάρα πολύ» ενημερωμένοι.

Η πλειονότητα ενημερώνεται από το ίντερνετ (44%, όπως και τον Σεπτέμβριο), ενώ το ποσοστό αυτών που ενημερώνονται από την τηλεόραση έχει υποχωρήσει από το 49% τον Απρίλιο, στο 37% σήμερα. Η τηλεόραση, πάντως, συγκεντρώνει και τον μικρότερο βαθμό εμπιστοσύνης από όλες τις πηγές ενημέρωσης, ενώ και το ίντερνετ παίρνει χαμηλό βαθμό. Οι πολίτες εμπιστεύονται, όμως, τους προσωπικούς γιατρούς και τους συγγενείς τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό για την ενημέρωσή τους.

Τέλος, αξιοσημείωτα είναι δύο άλλα ευρήματα.  Πρώτον, είναι σημαντικό το ότι ένας στους τρεις Έλληνες δηλώνουν ότι πάσχουν από ένα διαγνωσμένο υποκείμενο νόσημα, με συχνότερα την υπέρταση (15,8%), τις χρόνιες μεταβολικές παθήσεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης (9%) και τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, όπως το άσθμα (5,8%). Τα μέλη αυτής της πολύ μεγάλης ομάδας δηλώνουν σε ποσοστό μεγαλύτερο του γενικού πληθυσμού (72%) ότι προτίθενται να κάνουν και το εμβόλιο για τον κορωνοϊό.

Ενδιαφέρον, επίσης, είναι το ότι πλέον οι μισοί εργαζόμενοι εργάζονται κανονικά στον χώρο εργασίας τους (48%) εν μέσω lockdown, και μόνο 20,3% δηλώνουν ότι εργάζονται με τηλεργασία. Τα αντίστοιχα ποσοστά τον Απρίλιο του 2020, στην πρώτη καραντίνα, ήταν αρκετά διαφορετικά. Τότε μόνο το 25,4% εργάζονταν στον χώρο εργασίας τους, και το 26,2% με τηλεργασία, ενώ σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι ήταν σε μειωμένο ωράριο, άδεια ή αναστολή εργασίας. Τώρα σε τέτοιες μορφές μειωμένης απασχόλησης (ή μη-απασχόλησης) βρίσκεται μόνον ένας στους τρεις εργαζόμενους.

naftemporiki.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *