Πόσα χρόνια πίσω…

Ούτε που θυμάμαι ούτε που έχει σημασία.

Κοιτάζοντας μια παλιά συνταγή για μελομακάρονα, ο νους ξαφνικά τυλίχτηκε στην κανέλα και το γαρύφαλλο του τότε. Μεθυσμένες οι μνήμες απ’ το παλιό κονιάκ που μέσα του σπαρταρούσε ηδονικά η σόδα και η αμμωνία, στροβίλους έφεραν από ευτυχισμένες παραμονές των Χριστουγέννων στη σκέψη.

Μοσχοβολιές σ’ όλη τη γειτονιά, ανασκουμπωμένα μανίκια, χαρτιά με τις δόσεις των γλυκών που περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι, με λεκιασμένα τα γράμματα, μα ποιος νοιαζόταν γι’ αυτό… ‘’Είναι της Μαρίτσας, είναι καλή η συνταγή’’.

Κατακόκκινο το πρόσωπο της μάνας απ’ την έγνοια να πετύχουν τα γλυκά. Όλο έτρεχε να δει και να ξαναδεί το χαρτί, όλο μετρούσε και ξαναμετρούσε με ακρίβεια τα υλικά πριν τα ρίξει στην πήλινη λεκάνη, κι όλο σφούγγιζε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο με την άκρη της άσπρης ποδιάς της. Της ποδιάς που την είχε φυλαγμένη μόνο για τέτοιες μέρες, τις Καλές μέρες, όπως τις έλεγε.

Εμείς τα παιδιά γύρω απ’ την ξυλόσομπα που πύρωνε, περιμέναμε να μπει το ταψί στον φούρνο. Εκεί μέναμε, ακούνητοι προσκυνητές της γλυκιάς προσμονής. Άνοιγαν τα ρουθούνια διάπλατα να εισπνεύσουν, να χωρέσουν όλο αυτό το θαύμα των μυρωδιών.

Ήταν τότε που τα απλά ήταν πολύτιμα. Ήταν τότε που η καρδιά αβγατισμένη από χαρά, ξαπόσταινε στην άκρη του παλιού φούρνου να αναπαυτεί, να ακουμπήσει το ψήλωμα της…
.
Τώρα οι αισθήσεις τούτες τις μέρες είναι νωθρές, κουρασμένες, σχεδόν ακινητοποιημένες.

Δεν υπάρχει το κέφι και η χαρά της προσμονής. Η χαρά της δημιουργίας μάλλον δεν υπάρχει, η χαρά της προσφοράς στην οικογένεια.

‘’Θα πάρω ένα κιλό απ’ έξω’’ ‘’Ποιος να τα φάει;’’ ‘’Σιγά μην κάτσω να παιδευτώ και να λερωθεί η κουζίνα’’…

Γι’ αυτό σου λέω, κείνες οι παραμονές των γιορτών, δεν έμοιαζαν με τις σημερινές. Είχαν άλλο χρώμα στα μάτια, άλλη γεύση στο στόμα, άλλη χωρητικότητα στην προσμονή.

Μας έλειπαν πολλά, μα ήμασταν ξέχειλοι από αγάπη και συναισθήματα. Πώς τα κατάφερναν οι γονείς, πώς το έκαναν, τι έκαναν δεν ξέρω, αλλά ανήμερα, κάτω απ’ το μικρούλι πλαστικό δέντρο με τις ξεφτισμένες μπάλες και το βαμβάκι στα κλαδιά, όλο και κάτι μας περίμενε. Ένα κάτι, καμωμένο με περισσή αγάπη και τρυφερότητα…

Ένα κάτι που συντροφεύει χρόνια τώρα τα κρύα βράδια πριν τα Χριστούγεννα. Τα άδεια βράδια, τα αταξίδευτα και παροπλισμένα στις θύμησες.

Αυτό το κάτι που όσο και να ξοδέψεις, δεν θα το βρεις στην αγορά φίλη/ε…

anemos antistasis.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *