Μικροί καθώς ήμασταν … / τέτοιες μέρες θαρρώ … / στα μέσα μιας ιερής κι απρόσιτης τελετουργίας /
κάποιοι μας έλεγαν … / πως τάχα «γύφτοι» τα φτιάξαν τα καρφιά του Θεανθρώπου.
Πέρασαν χρόνια … / και καθώς το πλοίο της ζωής τού
καθ’ ενός μας / ξεμάκραινε από το «αλάθητο» κι ανέμελο
της νιότης μας λιμάνι / κάποια στιγμή απρόσμενα / η αλήθεια μάς
εχτύπησε την πόρτα / και καταλάβαμε … / έστω κι αργά /
πως τα καρφιά αυτά / που κάρφωσαν με μιας / ελπίδα / αγάπη / κι αθωότης …
τα ‘χαμε φτιάξει όλοι μαζί /
ένα προς ένα … / περίτεχνα / σχολαστικά και άπρεπα.
Κι ακόμη /
ακόμη και τώρα / συνεχίζουμε την «τέχνη» μας να ασκούμε ως «παράδοση» /
φτιάχνοντας της αδικίας το περίγραμμα /
Κι όλο και περισσότερα / κι όλο και μεγαλύτερα /
χρυσά / ασημένια / ψεύτικα κι αληθινά καρφιά / όμοια μ’ εκείνα της αρχής / αντίγραφα πιστά /
που λήστεψαν τον χρόνο της ζωής τού φωτοδότη.
Ακόμη και τώρα
τα μπήγουμε με ηδονή
στο σώμα κάθε αθώου
κάθε κατατρεγμένου
κάθε αδικημένου
κάθε απόκληρου
κάθε Χριστού
μ’ αλαλαγμούς αγρίων / συνοδεύοντας την νεκρική πομπή.
ΕΜΕΙΣ … / οι αναμάρτητοι / οι αξιοπρεπείς / επιφανείς και αμόλυντοι … /
οι κατ’ εξακολούθησην νηστεύοντες από τροφές «ανθρωποφάγοι» /.
Όλοι μαζί φτιάξαμε τα καρφιά /
ένα προς ένα … / περίτεχνα / σχολαστικά και άπρεπα.
Όλοι μαζί … / θύματα κατά φαντασίαν / θύτες κατ’ εξακολούθησην και κατ’ εξαίρεσην /
πιστοί στην απιστία μας / άφρονες / και δούλοι «αξιών»
που αποζητούν το αίμα / για να ριζώσουν στις καρδιές
των κατ’ επάγγελμα αλάθητων κριτών της οικουμένης.
Όλοι μαζί φτιάξαμε τα καρφιά /
ένα προς ένα … / περίτεχνα / σχολαστικά και άπρεπα.
Πάψε λοιπόν να χύνεις δάκρυα κι απόψε /
Δεν βλέπεις που περιφέρεται ρακένδυτος / ζητώντας μια βοήθεια;
Σ’ αυτήν την ιστορία / να μην αυταπατάσαι … /
Γιατί είσαι εσύ εκείνος που ‘φτιαξε ετούτα τα καρφιά /
κι όχι αυτοί που υπονοείς … αιώνες τώρα.
Πάψε λοιπόν να χύνεις δάκρυα κι απόψε /
γιατί με την δική σου προσταγή / μέσα στην νύχτα … /
γίνηκαν τούτα τα καρφιά οδυνηρή αλήθεια /
δικό σου «φυλαχτό» / «τάμα» / παραγγελιά για να χορέψεις
με τα πάθη σου στης κόλασης την άκρη / φωνή βωόντος εν τη ερήμω /
στο Όρος των Ελαιών / στο Γολγοθά μιας άνισης παρτίδας /
που ‘γινε άθελα πατρίδα σου για πάντα … / μέχρι κι εσύ … /
μέχρι κι εσύ ν’ αναφωνήσεις το τετέλεσθαι /
κι από ψηλά το χρέος σου να κάνεις /
ως ένας άγνωστος Ιούδας / τον δρόμο τούτον άλλωστε μονάχος είχες μάθει /
στο διάβα μιας ψεύτικης ζωής πού επέλεξες /
σαν άλλοθι στην τελευταία σου πράξη.
Αριστοτέλης Γ. Καλλής
Επ. Πρ. Εμπορικού Συλλόγου Νεμέας
Πτ. Πολιτ. Τμήματος Νομικής Σχολής Αθηνών
Nemeahistory.bloqspot.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *