Α. Γ. ΚΑΛΛΗΣ: « ΕΙΧΑ ΔΕΙ ΜΑΤΙΑ ΠΟΛΛΑ … »

ή « ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ Τ’ ΑΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΟΥΝ »

Σκοτεινά δωμάτια … ανήλιαγα υπόγεια … προδομένα όνειρα … δεμένα ρυτιδιασμένα χέρια πάνω στα κρύα σιδερένια μπράτσα μιας χαλασμένης καρέκλας βαμμένης στο χρώμα της ώχρας.

– Κλείνει τα μάτια και ταξιδεύει, μ’ ένα ταγκό, μ’ ένα βαλς … ρυθμούς από μιαν άλλη εποχή, τότε που όλα είχαν νόημα …

Είναι Κυριακή πρωί … μετά την εκκλησία …κατηφορίζει με το καλό του κοστούμι έχοντας δίπλα του την οικογένεια του. Είναι ντυμένοι όλοι με τα καλά τους … εικόνες σκόρπιες … το στρωμένο τραπέζι … τα παιδικά εκκωφαντικά γέλια … το δωμάτιο που μοσχομυρίζει από τα μοναδικά εδέσματα της κυράς του … της αρχόντισσάς του, όπως πάντα την έλεγε, που ήταν στ’ αλήθεια τόσο μοναδική σε ότι κι αν έκανε.

Κοιτάζει νοσταλγικά την φωτογραφία του γάμου τους πάνω στο μεταλλικό τροχήλατο κομοδίνο του δωματίου του, στο βορινό τμήμα του … ιδρύματος. Θέλει τόσο πολύ ν’ απλώσει τα χέρια του και να την κρατήσει απαλά απ’ τη μέση όπως τότε εκείνο το βράδυ που την πρωτογνώρισε και χόρεψαν … στη γιορτή της ξαδέρφης του … ενώ στο πικάπ έπαιζε το … «είχα δει μάτια πολλά …» σε εκτέλεση της Κάκιας Μένδρη, ένα βαλς του 1945.

Χορεύετε; Της είπε με τρεμάμενη φωνή … Χορεύετε; επανέλαβε με δισταγμό … περιμένοντας ν’ ανταποκριθεί εναγωνίως …

Τον κοίταξε σαν να τον περίμενε χρόνια … Χαρά μου, του είπε … Κι όλα ξεκίνησαν σαν ένα ταξίδι σε μέρη ξωτικά … Μια ζωή ολάκερη μαζί … παντού … μέχρι εκείνο το μοιραίο πρωινό … Έπιναν τον καφέ τους στα άσπρα ζωγραφιστά φλιτζανάκια απ’ το σερβίτσιο της προίκας της, δώρο της Μικρασιάτισσας γιαγιάς της, λίγο πριν φύγει για την δουλειά του … Κάποια στιγμή τον κοίταξε στα μάτια με το χαρακτηριστικό έντονο βλέμμα της … Σου έχω πει του είπε, το πόσο σ’ αγαπάω; Δεν πρόλαβε να της απαντήσει … Σ’ ένα λεπτό είχε φύγει … σαν πουλάκι … σαν αεράκι του καλοκαιριού … καρδιά είπαν … κι όλα χάθηκαν … χάθηκαν μέσα στα μεγάλα της μάτια που κοιτούσαν στο κενό χωρίς να κινούνται … Ξάφνου έσβησε το φως του … η ελπίδα … όλα … κι είχε τόσα πολλά να της πει ακόμη … γιατί Θεέ μου; … γιατί; … αναφώνησε βγάζοντας μια κραυγή απόγνωσης μέσα στο άδειο δωμάτιο.

Τα χρόνια έφυγαν … Έσφιξε την καρδιά του και τράβηξε ίσια στη μάχη της ζωής για όλα εκείνα που ονειρεύονταν με την καλή του τις κρύες νύχτες του χειμώνα … Τα παιδιά, οι σπουδές τους, ένα σπίτι για το κορίτσι, ένα αυτοκίνητο για το αγόρι στο πτυχίο επάνω … έτσι σαν δώρο … όπως θα το ήθελε κι εκείνη.

Τις νύχτες της μιλούσε κι έπαιρνε κουράγιο … Οι Κυριακές άρχισαν σιγά – σιγά

να χάνουν το νόημα τους … Τα παιδιά είχαν φύγει αναγκαστικά, οι δουλειές βλέπεις δεν ήταν όπως παλιά, έπρεπε ν’ αναζητήσεις την τύχη σου μακριά στη πόλη … εκεί όπου υπήρχαν ευκαιρίες … Η ζωή τελικά είναι ένα σενάριο πολλών επεισοδίων … άλλοτε γελάς … μα τις περισσότερες κλαις … κι όταν σταματάς να κλαις αρχίζεις να φιλοσοφείς, να θυμάσαι, να χάνεσαι ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα … Και κάπως έτσι σαν ψέμα, έφυγαν τα χρόνια … κατάπεσε … δεν μπορούσε πια να κάνει βήμα … τα δύσκολα είχαν έρθει…

– Πατέρα ξέρεις του είπε δισταχτικά εκείνο το απόγευμα λίγο πριν φύγει (έμενε σχεδόν δυο ώρες μακριά) … είναι δύσκολο να … ναι είπε καταλαβαίνω … δεν υπάρχει πρόβλημα … ούτως η άλλως κάθε Σάββατο θα είμαστε όλοι μαζί θα ‘ρχομαστε να σε βλέπουμε … Μια επίσκεψη στο νέο συγκρότημα άλλαζε τα δεδομένα … το κτήριο μεγαλόπρεπες … «ωραίο» φαγητό … η διευθύντρια «ευγενέστατη» … το προσωπικό … «εξυπηρετικό» … τουλάχιστον στις αρχές …

 

– Είδες που σου τα ‘λεγα του είπε; Τώρα θα ‘μαι κι εγώ ήσυχος πως θα ‘σαι σ’ ένα σωστό περιβάλλον … Άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά του … η ειρωνεία είναι ότι ήταν Κυριακή … Κυριακή πρωί … Θυμήθηκε εκείνες τις παλιές Κυριακές κι ένα δάκρυ κύλησε στο ρυτιδωμένο του πρόσωπο …

Το πρώτο Σάββατο όλα εντάξει … ήρθαν όλοι … λίγα λουλούδια κι ένα κουτί μπισκότα από ‘κεινα που του άρεσαν … αλλά και το δεύτερο … και το τρίτο … μέχρι που άρχισαν οι απουσίες … και η απέραντη μοναξιά που εναλλάσσονταν πότε με τις θλιβερές ιστορίες των συγκατοίκων του … και ποτέ με τα απρεπή λόγια των υπευθύνων του «ιδρύματος». Το τοπίο άλλαζε καμία φορά στις γιορτές … Χριστούγεννα … αποκριές … Πάσχα… Δεκαπενταύγουστος.

Στη μεγάλη κεντρική αίθουσα, καλοντυμένες κύριες του φιλόπτωχου έφερναν κάποια γλυκίσματα και δημιουργούσαν μια ευχάριστη ας πούμε ατμόσφαιρα, μαζί με τους υπεύθυνους του ιδρύματος και τους επισκέπτες, συγγενείς κυρίως, που μονίμως αδημονούσαν κοιτάζοντας τα ρολόγια τους, για να φύγουν όσο πιο διακριτικά γίνεται.

Μια από κείνες τις φορές, όταν πια είχαν σχεδόν περάσει δυο χρόνια, κάποιο απόγευμα σ’ ένα από τα ολιγόλεπτα αυτά επισκεπτήρια λόγω … φόρτου εργασίας

… τον ρώτησε αν μετά από τόσο καιρό … είναι ευχαριστημένος, χωρίς όμως να του αφήνει περιθώριο να πει το αντίθετο, η να εκφράσει έστω κάποιο παράπονο …

– Εδώ όλα καλά, έτσι δεν είναι … ; Έγνεψε καταφατικά … τι να του πει τώρα … είχε μήπως κανένα νόημα; Ούτως ή άλλως κι αυτοί είχαν τις δικές τους έγνοιες … Όλα καλά λοιπόν … όλα καλά … Τώρα στο υπόγειο με δεμένα τα χέρια … δεμένα τα ποδιά … εστιάζει το αμήχανο βλέμμα του σε μια παλιά ξεχαρβαλωμένη ξύλινη ντουλάπα … μέχρι να έρθει η ώρα του να τον αλλάξουν και να επιστρέψει στο δωμάτιο του …

Στο τσεπάκι της φθαρμένης θαλασσιάς πιτζάμας του με τις άσπρες ρίγες είχε πάντα μια φωτογραφία της αρχόντισσας του … ναι, ήταν αυτή που του είχε δώσει μια εβδομάδα μετά αφότου είχαν γνωρισθεί στης ξαδέρφης του σ’ εκείνη την γιορτή … Ήταν αυτή που του κρατούσε συντροφιά απ’ τη στιγμή που του έφυγε εκείνο το μοιραίο πρωινό. Την κρατούσε σφιχτά στα χέρια του και της μιλούσε μέσα στην μοναξιά του, λέγοντας τα παράπονά του, τις αγωνίες του, τις σκέψεις του για το κάθε τι … από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο και σπουδαίο …

Σας παρακαλώ απευθύνθηκε με τρεμάμενη φωνή στην καθαρίστρια στο βάθος … Τι θες ρε γερο; του είπε … δεν μας παρατάς στην φτώχια μας; … εσύ καλά την έζησες την ζωή σου, με ρωτάς κι εμένα; Λύστε μου σας παρακαλώ το δεξί μου χέρι … Θα τα κανείς μαντάρα και θα βρω το μπελά μου όπως προχθές, του απάντησε … Το θυμάσαι ή είσαι στον κόσμο σου όπως πάντα; Σε παρακαλώ της είπε … δεν θα σου ζητήσω τίποτε άλλο … σε παρακαλώ κορίτσι μου, να ‘χεις κάθε καλό … Καλά άιντε … του είπε, έχε χάρη … για λίγο όμως, μέχρι να ‘ρθει η προϊσταμένη … Ναι είπε, για λίγο … μόνο για λίγο … Αργά σήκωσε το χέρι του … ο πόνος ήταν αβάσταχτος … πήρε τη φωτογραφία της … την έφερε στα χείλια του … αγάπη μου της ψιθύρισε … σήμερα λέω να ‘ρθω να σε βρω … δεν αντέχω άλλο μακριά σου … δεν έχει νόημα πια …

Ξημέρωνε Κυριακή … μια ακόμη Κυριακή όπως και τόσες άλλες …

Έγειρε το κεφάλι του αργά κι αφέθηκε στα χέρια της καλής του που είχε έρθει με το λευκό δαντελωτό της φόρεμα, όμοιο με αυτό που φορούσε την βραδιά που είχαν γνωρισθεί … Ειρωνεία … εκείνη ακριβώς την στιγμή, από ένα κρεμασμένο στον τοίχο των μαγειρείων ραδιόφωνο, ακούγονταν με αντίλαλο στους άδειους διαδρόμους του … ιδρύματος … ένα παλιό τραγούδι … το «είχα δει μάτια πολλά … » … Την κράτησε απ’ την μέση όπως και τότε … Χορεύετε; της είπε … Χαρά μου είπε εκείνη … και χάθηκαν μέσα σ’ ένα λευκό φως … ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά ξανά … ξανά απ’ την αρχή … όπως και τότε.


Nemeahistory
.blogspot.com

Υ.Γ. 1: Το αφιερώνω στους παππούδες και τις γιαγιάδες του κρεματορίου της Αγίας Σκέπης, στην Κρήτη, που σκέπασε κάτω από την αδιαφορία μιας ολόκληρης κοινωνίας κι ενός άθλιου κράτους, τα όνειρα και τις ελπίδες αυτών που με την ζωή και τον μόχθο τους έφτιαξαν αυτή την πατρίδα από τις στάχτες ενός πολέμου … ΝΤΡΟΠΗ … ΝΤΡΟΠΗ … ΝΤΡΟΠΗ.

Υ.Γ. 2: Ένας «πολιτισμός» που δέχεται στην πράξη να υπάρχουν, παιδιά πεινασμένα, κακοποιημένα και άστεγα, όπως και γέροντες εξόριστοι, περιθωριοποιημένοι και εξαθλιωμένοι σε ιδρύματα, απλά … δεν είναι πολιτισμός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *