Με τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων να κλιμακώνεται επικίνδυνα στην περιοχή της Ανατ. Μεσόγειου, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε προχτές την πρόθεσή της για μερική άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση της τουρκικής κυβέρνησης και προβάλλεται στη χώρα μας ως «στήριξη» σε Ελλάδα και Κύπρο.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ακόμα κίνηση στη σκακιέρα των αμερικανοΝΑΤΟικών σχεδιασμών, που πυροδοτούν εντάσεις σε ολόκληρη την Ανατ. Μεσόγειο. Δεν είναι δηλαδή μια απόφαση της στιγμής, αλλά μια μελετημένη κίνηση, που χώνει την Κύπρο ακόμα πιο βαθιά στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς, με στόχο να δυναμώσει η «προβολή ισχύος» της αμερικανοΝΑΤΟικής συμμαχίας στην ευρύτερη περιοχή.

Θυμίζουμε ότι το νομοσχέδιο του αμερικανικού Κογκρέσου, με το οποίο προτεινόταν η άρση του εμπάργκο στην Κύπρο, παρουσίαζε αυτήν την κίνηση ως «υποβοηθητική» για την ένταξή της σε επόμενη φάση στον «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη», που αποτελεί προθάλαμο του ΝΑΤΟ.

Η Κύπρος συμμετέχει επίσης σε στρατιωτικο-οικονομικά τριμερή «σχήματα» με την Ελλάδα και το Ισραήλ, κάτω από την «ομπρέλα» των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ. Υπάρχει δηλαδή ένα σταδιακό «σφίξιμο» του αμερικανοΝΑΤΟικού κλοιού γύρω από τον κυπριακό λαό, με τελευταίο επεισόδιο την άρση του εμπάργκο όπλων, που επιβλήθηκε το 1987 με πρόσχημα την ομαλοποίηση των σχέσεων Τουρκίας – Κύπρου.

Η κίνηση αυτή των ΗΠΑ δεν είναι άσχετη με τις τελευταίες εξελίξεις στην περιοχή και την προσπάθειά τους να διατηρήσουν και να ενισχύσουν το ρόλο τους στους ανταγωνισμούς που κλιμακώνονται, κυρίως γύρω από τα Ενεργειακά.

Δεν πέρασε άλλωστε πολύς χρόνος απ’ όταν αποκαλύφθηκε ότι οι Αμερικανοί αναζητούν χώρο στην Κύπρο για να εγκαταστήσουν στρατιωτική βάση, επικαλούμενοι την προστασία των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην κυπριακή ΑΟΖ, αλλά με πραγματικό στόχο τη συνολικότερη υπεράσπιση των αμερικανικών συμφερόντων σε Ανατ. Μεσόγειο και Μέση Ανατολή.

Δεν περνάει επίσης απαρατήρητο ότι και άλλες ΝΑΤΟικές δυνάμεις αυξάνουν αυτήν την περίοδο το ενδιαφέρον τους για την Κύπρο, όπως η Γαλλία, η οποία συζητάει την ανάπτυξη ναυτικής βάσης στο νησί και ενισχύει τη στρατιωτική συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Παρακολουθώντας και καταγράφοντας αυτές τις εξελίξεις, τα αστικά επιτελεία σε Ελλάδα και Κύπρο μιλάνε για κινήσεις «θωράκισης και όχι υπονόμευσης της σταθερότητας», ενώ «διαβάζουν» την απόφαση αυτή των ΗΠΑ και ως «μήνυμα προς την Τουρκία».

Η χτεσινή παρέμβαση της Αμερικανίδας πρέσβη στην Κύπρο, που διαβεβαιώνει ότι η απόφαση των ΗΠΑ δεν στρέφεται εναντίον της Τουρκίας, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα «πολύτιμο σύμμαχο» στην περιοχή, καταρρίπτει με πάταγο αυτόν τον ισχυρισμό. Το ίδιο και η δήλωση του Αμερικανού ΥΠΕΞ Πομπέο, ο οποίος προχτές κάλεσε «όλους να κάνουν ένα βήμα για να μειωθούν οι εντάσεις και να αρχίσουν διπλωματικές συνομιλίες στο θέμα των διενέξεων στην Ανατολική Μεσόγειο».

Επιβεβαιώνεται ταυτόχρονα ότι η άρση του εμπάργκο όπλων και η συνολικότερη ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας με την Κύπρο υπακούν σε έναν πιο στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ στην περιοχή. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι και η Ρωσία διατηρεί ισχυρά ερείσματα στο νησί και ότι πολεμικά της πλοία ελλιμενίζονται τακτικά στην Κύπρο.

Τι κέρδισε όμως ο κυπριακός λαός όλα αυτά τα χρόνια από τη βαθύτερη ενσωμάτωσή του στις ευρωατλαντικές δομές και σχέδια; Πόσο βοήθησε η ένταξη στην ΕΕ την υπόθεση του Κυπριακού, την προοπτική μιας δίκαιης λύσης για όλο τον κυπριακό λαό; Πόσο απέτρεψαν την επιθετικότητα και τις αμφισβητήσεις της Τουρκίας η σύσφιξη των σχέσεων με το ΝΑΤΟ και η παραπέρα στρατιωτικοποίηση της Κύπρου;

Τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε. Αντίθετα, το Κυπριακό μπλέχτηκε ακόμα περισσότερο στα παζάρια για ευρύτερες ιμπεριαλιστικές διευθετήσεις – πακέτο στην περιοχή, που απειλούν τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου, προωθώντας τη συνεκμετάλλευση της Ανατ. Μεσογείου. Αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση ενισχύει και η απόφαση των ΗΠΑ να άρουν το εμπάργκο, ρίχνοντας νέο λάδι στη φωτιά.

Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε όμως και στη χώρα μας. Το βάθεμα της ιμπεριαλιστικής εμπλοκής, με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων, η μετατροπή της χώρας σε μια απέραντη αμερικανοΝΑΤΟική βάση, οι συμφωνίες που προωθούν την «ευρωατλαντική ολοκλήρωση» των Βαλκανίων, τα τριμερή και πολυμερή σχήματα που σπρώχνουν τον σχεδιασμό ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, η ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας με τη Γαλλία, όχι μόνο δεν σταμάτησαν τις τουρκικές αμφισβητήσεις, που κλιμακώνονται, αλλά φέρνουν πιο κοντά τη συνδιαχείριση, ενδεχομένως και μετά από ένα στρατιωτικό επεισόδιο, που φαίνεται πιθανό.

Αλλωστε, το έδαφος για μια τέτοια εξέλιξη έχει στρωθεί, από το μπλεγμένο κουβάρι των ανταγωνιστικών συμφερόντων που συγκρούονται στην περιοχή, όπου όλοι παζαρεύουν και αντιπαρατίθενται με όλους, ο καθένας για τα ιδιαίτερα συμφέροντα της αστικής του τάξης.

Ο «μύλος» των ανταγωνισμών και της βαθύτερης εμπλοκής της χώρας αλέθει πρώτα και κύρια τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του λαού, την ειρήνη για όλους τους λαούς της περιοχής. Γι’ αυτό χρειάζεται εγρήγορση απέναντι στις εξελίξεις και ετοιμότητα να παρέμβει με αποφασιστικότητα ο λαϊκός παράγοντας σε όσα επικίνδυνα ξεδιπλώνονται στις πλάτες του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *