Ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα προτού πεθάνω. Αν όμως έρθουν αργότερα εγώ θα ξαναγεννηθώ.

Η μεγάλη ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου άφησε ανεξίτηλο το όνομά της στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας, διατελώντας μεταξύ άλλων και υπουργός Πολιτισμού. Προερχόταν από οικογένεια με έντονη πολιτική ζωή αφού ήταν κόρη του στρατιωτικού και πολιτικού Σταμάτη Μερκούρη που διετέλεσε βουλευτής και υπουργός δεξιών κομμάτων (Λαϊκό Κόμμα, Ελληνικός Συναγερμός), αλλά και βουλευτής της κομμουνιστογενούς ΕΔΑ. Παππούς της ήταν ο γιατρός και πολιτικός Σπύρος Μερκούρης, ο μακροβιότερος δήμαρχος Αθηναίων.

Τα πρώτα της βήματα στον χώρο της υποκριτικής τα έκανε το 1943 όταν έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έναν χρόνο αργότερα έλαβε μέρος στο έργο του Αλέξη Σολομού «Το μονοπάτι της λευτεριάς», που κατέβηκε γρήγορα λόγω των «Δεκεμβριανών». Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και τους θιάσους Κατερίνας και Μαρίκας Κοτοπούλη. Στη συνέχεια πρωταγωνίστησε και σε άλλες παραστάσεις, για να έρθει η πρώτη της διεθνής καταξίωση. Συγκεκριμένα το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου διακρίθηκε ως ηθοποιός του βουλεβάρτου εγκαινιάζοντας συγχρόνως τη διεθνή σταδιοδρομία της.

Τέσσερα χρόνια μετά έκανε το «μπαμ» στον χώρο του κινηματογράφου με την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα». Η ερμηνεία της κέρδισε τους πάντες με αποτέλεσμα να ακολουθήσει το «Ποτέ την Κυριακή», χάρη στο οποίο κέρδισε ένα βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ τον επόμενο χρόνο. Φυσικά ξεχωριστή θέση στην αξιοθαύμαστη καριέρα της είχε και η ξεχωριστή της ερμηνεία στο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Τα παιδιά του Πειραιά», φανερώνοντας μια άλλη πτυχή του ταλέντου της.

Μετά τη Μεταπολίτευση η ίδια ασχολήθηκε με την πολιτική, μέσα από τη συμμετοχή της στο ΠΑΣΟΚ. Εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής από το 1977 έως τον θάνατό της το 1994, από το 1977 έως το 1985 στη Β’ Πειραιώς και τα επόμενα χρόνια με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Μάλιστα από το 1981 έως το 1989 και από το 1993 έως το 1994 διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού.

Οραματίστρια και ταυτόχρονα πρακτική, η μακροβιότερη Υπουργός Πολιτισμού πέτυχε την διεθνοποίηση του αιτήματος επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, σφραγίζοντας με το όνομά της την ελληνική πολιτισμική διπλωματία. Ως υπουργός δημιούργησε ισχυρούς θεσμούς που θωράκισαν πνευματικά τον λαό της χώρας, καθιερώνοντας την “Πολιτιστική Πρωτεύουσα Ευρώπης” και τα ΔΗΠΕΘΕ που εξακολουθούν να υφίστανται έως σήμερα με την μορφή της αρχικής τους σύλληψης.

Με το αξίωμα που είχε, προσπάθησε μεταξύ άλλων να ανοίξει τον δρόμο της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο, ενώ παράλληλα δική της ιδέα ήταν η δημιουργία του θεσμού της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης». Προς τιμήν της έχει ορισθεί από την UNESCO το Βραβείο «Μελίνα Μερκούρη», ως βραβείο πολιτιστικής προσφοράς.

Επίσης, το 2007, με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη, θεσπίστηκε το «Θεατρικό Βραβείο Μελίνα Μερκούρη», το οποίο απονέμεται ετησίως για την καλύτερη ερμηνεία νέας γυναίκας ηθοποιού κατά την προηγούμενη θεατρική περίοδο. Αξίζει να σημειωθεί πως κατά την απονομή η προηγούμενη βραβευθείσα καρφιτσώνει τη νέα κάτοχο του βραβείου με την «καρφίτσα της Μελίνας»

.

Με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού το 2020 είναι αφιερωμένο στη μνήμη της καθώς σήμερα 18 Οκτωβρίου 2020 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή της και γι αυτό τον σκοπό είχαν προγραμματιστεί επετειακές εκδηλώσεις σε συνεργασία με το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, κάποιες από τις οποίες αναβλήθηκαν λόγω υγειονομικών συνθηκών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *