Αριστείδης Δουλαβέρας, Λαογραφία του έντεχνου λαϊκού λόγου,
Παράδοση και νεωτερικότητα, εκδ. Σταμούλη/Χαρπαντίδη,
Θεσσαλονίκη, 2020, σελίδες 396.
Μια έξοχη μελέτη του τ. Αν. Καθηγητή Λαογραφίας του Πανεπιστημίου
Πελοποννήσου κυκλοφόρησε μέσα στη δίνη της πανδημίας και για τούτο
δεν έτυχε της αρμόζουσας προς την αξία της παρουσιάσεως και
προβολής. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες έργο, το οποίο εκσυγχρονίζει
και επικαιροποιεί την επιστημονική ματιά του χώρου της λαογραφίας,
καθιστώντας τη φιλικότερη και πιο οικεία προς τις νεότερες γενιές,
δεδομένου ότι αγγίζει ζητήματα καί της δικής τους καθημερινότητας.
Κυριαρχούσε στους λαογράφους η άποψη ότι στον ευρύτατο τομέα του
λαϊκού λόγου αντικείμενο της μελέτης τους είναι (ή ήταν) παρωχημένα
«μνημεία» λόγου, που κάποτε είχαν λειτουργήσει στην κοινωνική
διεπικοινωνία, διδακτικά, σκωπτικά, κριτικά, αξιολογικά, διασκεδαστικά,
παιδαγωγικά, δηκτικά κ.ά… Θυμηθείτε τις παροιμίες, τα αινίγματα, τους
γρίφους, τα λογοπαίγνια, τους γλωσσοδέτες, τις ευχές και τις κατάρες, το
δημοτικό τραγούδι στις ποικίλες μορφές και κατηγορίες του και αρκετά
άλλα, που οι μεγαλύτεροι από εμάς ίσως προλάβαμε να βιώσουμε στην
κοινωνία μας τις τελευταίες ζώσες αναλαμπές τους.
Σε όλα τα παραπάνω αναφέρεται διεξοδικώς ο ερευνητής-συγγραφέας,
παραθέτοντας κατά κεφάλαιο παράλληλα και μια πολύτιμη, πλούσια
θεματική βιβλιογραφία, ενημερωμένη με τις πιο πρόσφατες εκδόσεις.
Στο ανά χείρας βιβλίο, ο αναγνώστης που ανήκει στη νέα γενιά, χωρίς να
είναι απαραίτητα φοιτητής στις ανθρωπιστικές σπουδές, θα βρει πολύ
ενδιαφέρουσες όψεις της σύγχρονης οπτικής της λαογραφίας. Θα
εκπλαγεί ευχάριστα, ανακαλύπτοντας ότι και σήμερα εξακολουθεί ο
λαϊκός λόγος να υφίσταται ενεργός, να δημιουργεί νέες μορφές εκφοράς
λαϊκής σοφίας (ή α-σοφίας), να κρίνει, να κατακρίνει, να επικρίνει, να
στηλιτεύει, να εκφράζει άκριτο (συχνά) φανατισμό, να επευφημεί, να
υβρίζει, να επαινεί, να παραποιεί τη γλώσσα… να πλουτίζει μ’ ένα λόγο
τη θεματική των συλλεκτών-λαογραφικού υλικού.
Δηλώνεται έτσι με τον πλέον δυναμικό τρόπο πως η νεωτερικότητα στη
λαογραφία αποτελεί ένα «ορυχείο» για έρευνα και μελέτη, ισάξιο και
εξίσου πλούσιο σε πρωτογενές υλικό με τους παλαιότερους και γνωστούς
τομείς της γενικότερης έρευνας του λαϊκού πολιτισμού.
Το πόνημα του κ. Αριστείδη Δουλαβέρα, έρχεται να συμφιλιώσει, θα
έλεγα, τους νέους μας με την επιστήμη της λαογραφίας και να τους
οδηγήσει ακόμα και να δουν με άλλη ματιά πολλά από τα περιθωριακά
στοιχεία λόγου, γραπτού ή προφορικού, που ανθούν στο περιβάλλον
τους. Τα «δημιουργήματα» αυτά, παράγονται συνήθως ανωνύμως,
αντιγράφονται, διαδίδονται, επαναλαμβάνονται, επιβιώνουν… άρα
διεκδικούν το δικαίωμα να εντάσσονται στο χώρο της λαογραφικής

έρευνας. Μιας έρευνας που παρατηρεί και καταγράφει τη μακρά πορεία
του λαϊκού λόγου από την παράδοση έως τη νεωτερικότητα.
Παραθέτουμε επιγραμματικά λίγα παραδείγματα από τα ενδιαφέροντα
για τους νέους μας στην έρευνα του κ. Δουλαβέρα, συγχαίροντάς τον για
την πολύπλευρη αυτή προσφορά του τόσο προς τη Λαογραφία όσο και
προς τους αναγνώστες (ιδιαίτερα τους νεότερους). Στιχάκια λαϊκών
ημερολογίων, συνθήματα σε μπλουζάκια (T-shirts) λαϊκές επιγραφές και
ονόματα σε αυτοκίνητα, ιαχές γηπέδων, έμμετρα συνθήματα φιλάθλων,
πολιτική συνθηματολογία, τραγούδια από τους Βαλκανικούς πολέμους,
από την Αντίσταση κατά των Γερμανών, σύγχρονες μαντινάδες, Riddle
Jokes (αινιγμοαστεία), ποίηση του στρατώνα, graffiti, λαϊκά επιτύμβια
επιγράμματα κ.λπ., κ.λπ.
Η Λαογραφία του έντεχνου λαϊκού λόγου, Παράδοση και νεωτερικότητα,
είναι ένα πραγματικά ξεχωριστό βιβλίο, που με γερά πατήματα στο
παρελθόν της λαογραφικής επιστήμης, ανοίγει νέους ορίζοντες προς τη
μελέτη της σύγχρονης λαϊκής δημιουργίας. Μιας δημιουργίας με συχνά
εμφανή την έλλειψη σοφίας, την αγραμματοσύνη και τον βαρβαρισμό…
που αναπτύσσεται κυρίως στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά που έστω κι
έτσι δεν παύει να αποτελεί τομέα έρευνας και λαογραφικής καταγραφής
και μελέτης.
Το βέβαιο είναι ότι το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και επιστημονικό της
Λαογραφίας, διαβάζεται με ενδιαφέρον, γοητεύει και επιφυλάσσει πολλά
θετικά ξαφνιάσματα στους αναγνώστες, που η Λαογραφία, όπως την
ήξεραν παλιά, δε θα τους έλκυε.
Ευχόμαστε να έχει καλή πορεία και να κερδίσει τη θέση που του αξίζει
στις καρδιές των φιλαναγνωστών.
Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ.Φ.
Πρόεδρος του ΔΣ της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *