Ο Μίκης σφράγισε το τέλος μιας εποχής. Κι απέμεινε η Ελλάδα της φθήνιας, της υποκουλτούρας, του λούμπεν.

Μια φωτογραφία του Μίκη Θεοδωράκη, από τις χιλιάδες που κυκλοφορούν τις τελευταίες ώρες, δείχνει τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Μάνο Κατράκη και τον Γιάννη Ρίτσο.

Μια φωτογραφία από αυτές που σε κάνουν περήφανο όταν λες ότι είσαι από την Ελλάδα. Μια φωτογραφία που μπορεί χιλιάδες παιδιά να μην καταλαβαίνουν γιατί οι εικονιζόμενοι δεν είναι… ιερά τέρατα της trap ή του λαϊκοπόπ, αλλά που υπάρχουν χιλιάδες άλλοι οι οποίοι συγκινούνται βλέποντάς την.

Η λεζάντα που συνοδεύει τη φωτογραφία είναι απλή: «Με τέτοια προίκα πώς φτωχύναμε έτσι;»

Είναι ένα ερώτημα που πλανάται πάνω από τη χώρα, που την κάνουν όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι οι οποίοι δεν ζουν για το εφήμερο.

Τώρα που η πόρτα έκλεισε, τώρα που ο Μίκης σφράγισε οριστικά το τέλος μιας σπουδαίας εποχής, ίσως θα πρέπει να αναλογιστούμε όλοι τι είναι η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, ειδικά όμως, πώς πορεύεται η πατρίδα μας την τελευταία 20ετία.

Κάνοντας σύγκριση με τις εποχές που έζησε ο Μίκης, ο Ελύτης, ο Κατράκης, ο Ρίτσος ή ο Χατζηδάκης, σε πιάνει θλίψη. Και απότομα έρχεται στο μυαλό σου το ερώτημα: «Πώς κατάντησε η Ελλάδα ενώ είχε τόσο σπουδαίους ανθρώπους;»

Με το θάνατο του Μίκη βγήκε από το χαλί αυτό που προσπαθούμε να κρύψουμε χρόνια τώρα.

Την πολιτιστική ένδεια της πατρίδας μας η οποία το μόνο που ξέρει να κάνει καλά είναι να καταστρέφεται αυτοθαυμαζόμενη για το… ένδοξο παρελθόν της. 

Που είναι οι μεγάλοι ποιητές της σημερινής εποχής; Πέθανε κι ο Χριστιανόπουλος, ο τελευταίος των μεγάλων και πλέον έμεινε η ευτέλεια, η ουτιδανότητα.

Που είναι οι μεγάλοι μουσικοί, παρά τη σπουδαία παράδοση που έχει η χώρα μας; Θα ξαναβγεί άλλος Μίκης, άλλος Μάνος Χατζηδάκις; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη βλέποντας τη σημερινή ελληνική μουσική σκηνή.

Ελάχιστοι ξεχωρίζουν, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν έχουν παγκόσμια εμβέλεια. Η ελληνική μουσική δεν συγκινεί, δεν υπάρχει όραμα, δεν υπάρχει παραγωγή σπουδαίων έργων.

Το ίδιο και οι τραγουδιστές. Μπορούν να ξαναβγούν φωνές όπως του Μπιθικώτση; Ή του Καζαντζίδη που αδίκησε τον εαυτό του, ή του Μητροπάνου;

Ποιος διαδέχεται τον τεράστιο Γιώργο Νταλάρα ή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τις απίστευτες Αλεξίου και Γαλάνη;

Γέμισε η Ελλάδα τραγουδιστές και μουσικούς από τα ριάλιτι, από τις λαϊκοπόπ μουσικές σκηνές κι από τις κλεμμένες από την Αμερική νότες της ροκ, της ραπ ή της τραπ.

Καμιά έμπνευση, κανένας μουσικός οργασμός, καμιά διάθεση να ξεφύγουμε από τη μιζέρια που δημιουργεί τηλεοπτικά, μουσικά και τραγουδιστικά υποπροϊόντα.

Βλέπεις τον δωρικό Μάνο Κατράκη και τρέμει η ψυχή σου. Θυμάσαι τη σπουδαία Μελίνα, την απόλυτη γυναίκα, τραγουδίστρια, ηθοποιό, πολιτικό και θλίβεσαι όταν αντικρίζεις σύγχρονες γυναίκες.

Καλλιτέχνιδες ή πολιτικούς που έχουν βουτηχτεί στην φτήνια και την υποκουλτούρα.

Βλέπεις τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Αναγνωστάκη, τον Λειβαδίτη, όλους τους σπουδαίους από τη «γενιά του ’30» και μέχρι τη δεκαετία του ’80, ποιητές και πεζογράφους και αναρωτιέσαι ποιοι εκπροσωπούν σήμερα την Ελλάδα;

Μια κυρία που βγάζει εκατομμύρια γράφοντας ανόητα μυθιστορήματα αγάπης ή… ίντριγκας.

Κάτι τύποι που καμώνονται ότι είναι ποιητές; 

Κάτι… life coaches που γράφουν περισπούδαστες βλακείες περί της ζωής που δεν έχουν ζήσει και οι ίδιοι.

Μηδενική παραγωγή καλών ελληνικών βιβλίων που θα μπορούσαν να περάσουν τα σύνορα της χώρας.

Πανηγυρίζουμε γιατί βγήκε μια τηλεοπτική σειρά μοναδικής αισθητικής και ουσίας, όπως «Το Νησί» και μετά… το χάος.

Η φθήνια είναι παγκόσμιο φαινόμενο, στην Ελλάδα απλά ευδοκιμεί περισσότερο. Το λούμπεν κυριαρχεί στην πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου.

Τα τηλεσκουπίδια, η αποθέωση του κιτς και η παντελής απουσία παιδείας και σοβαρότητας, βουλιάζουν τη χώρα στην αφάνεια.

Μια χώρα που ξεμένει από πνευματικούς ανθρώπους δεν έχει μέλλον. 

Μια χώρα που δεν μπορεί να βγει από την αξιακή κρίση των τελευταίων δεκαετιών, δεν έχει ελπίδα.

Η πατρίδα μας που σπαράσσεται από εσωτερικούς εμφυλίους, που δεν ομονοεί ούτε και στον θάνατο του τεράστιου Μίκη, δεν μπορεί να επιβιώσει.

Μια χώρα της οποίας αλλοιώθηκε το DNA, αυτό που έβγαζε σπουδαίους ανθρώπους, νομπελίστες, λαμπρούς κι όχι λαμπερούς ηθοποιούς και τραγουδιστές, πνεύματα ελεύθερα και φωτεινά μυαλά, δεν θα μπορέσει να βγει ποτέ από την αφάνεια στην οποία έχει περιέλθει.

Οσο η έλλειψη παιδείας, ενός οράματος για τα παιδιά μας και για την πατρίδα μας, θα απουσιάζουν από όλους μας, τόσο η Ελλάδα θα αυτοκτονεί.

Και στην αυτοχειρία την ευθύνη έχουμε όλοι, ο καθένας από το δικό του μετερίζι.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να ξαναβγάλει η Ελλάδα νέους Θεοδωράκηδες, πρέπει να γίνει ξανά χώρα που θα σέβεται το ιστορικό της παρελθόν και θα χτίζει το δικό της μέλλον.

Και που καθένας από εμάς θα κάνει τις προσωπικές του επαναστάσεις μέσα από την εκπαίδευσή του η οποία πρέπει να είναι καθημερινή.

Κι όπως έλεγε ο επίσης σπουδαίος και βασανισμένος Χρόνης Μίσσιος: «Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος»

Ας μείνουμε τουλάχιστον άνθρωποι. Ας μη γίνουμε τέρατα.

Το χρωστάμε στον Μίκη και τους άλλους σπουδαίους Ελληνες.

πηγή-Βασίλης Σ. Κανέλλης-in.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *