Μεγαλώσαμε ακούγοντας τον θρύλο ότι οι ιταλοί αεροπόροι ήταν ατζαμήδες και είχαν περάσει τα δέντρα της Τριών Ναυάρχων σαν παραταγμένο στρατιωτικό άγημα, και γι’ αυτό κατεύθυναν εκεί τις βόμβες τους, πλήττοντας άμαχο πληθυσμό εκείνο το φοβερό πρωινό της 28ης Οκτωβρίου, ώρα 9.20”.
Η αλήθεια είναι κατά τι διαφορετική: Σύμφωνα με τις σωρευμένες και διασταυρωμένες πληροφορίες που συγκέντρωσε για την περίοδο του πολέμου ο ιστορικός και λεξικογράφος (και δικηγόρος) Κώστας Τριανταφύλλου, συνέτρεχαν δύο παράμετροι που επέδρασαν δραματικά. Τα αεροπλάνα πετούσαν σε ύψος χιλιομέτρων, «ώστε να μη δύναται να βάλη κατ’ αυτών αντιαεροπορικόν πυροβολικόν», συνεπώς οι χειριστές δεν είχαν καθαρή οπτική επαφή με το έδαφος. Αφετέρου, βλέποντας ο κόσμος την αεροπορία να καταφθάνει, και χωρίς να αντιλαμβάνεται περί τίνος πρόκειται (δεν υπήρχε προγενέστερη πείρα χρήσης αεροσκαφών σε πόλεμο, πολύ δε περισσότερο καμία ιδέα για κίνδυνο βομβαρδισμού), συγκεντρώθηκε στην Τριών Ναυάρχων. Και αυτό έδωσε εντύπωση παρελάσεως στους Ιταλούς, σύμφωνα με τις πηγές που είχε συμβουλευθεί ο Τριανταφύλλου.
Στόχος των βομβαρδισμών ήταν ο λιμένας και οι αποθήκες καυσίμων. Αλλά η πρώτη βόμβα έπεσε Ρήγα Φεραίου και Καρόλου. Ακολούθησε η Γούναρη (υπήρχε στρατηγείο κοντά στο Δικαστικό Μέγαρο. Και η Τριών Ναυάρχων. Σύμφωνα με στρατιωτικά αρχεία, στόχος ήταν η διακοπή της συγκοινωνίας Πάτρας- Κρυονερίου.
Εκείνη την ημέρα χάθηκαν 100 πατρινοί και τραυματίστηκαν άλλοι 500, σε μια πόλη εμβρόντητη και κατατρομαγμένη.
Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες, αλλά ο κόσμος είχε μάθει να φυλάγεται ή είχε εγκαταλείψει την πόλη. Οι βομβαρδισμοί αραιώνουν- γίνονται και τη νύχτα πάντως- αλλά ο πληθυσμός δεν θα επιστρέψει πλήρως, παρά την άνοιξη του 1941.
Η επίθεση χαρακτηρίστηκε «αιματηρότατη δολοφονία» που πάντως συντάραξε την κοινωνία.
Η διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό πρόβλημα: Εντρομοι δημόσιοι υπάλληλοι απείχαν από τις υπηρεσίες τους. Συντάσσεται πράξις με την οποία ανακοινώνεται θα διορίζονται άλλοι στις θέσεις τους, κα ι οι απόντες θα απολύονται.
Ο Τριανταφύλλου καταγράφει μια ιλαροτραγική περιγραφή εργαζομένου στο τηλεγραφείο των Πατρών αυτόπτη μάρτυρα των βομβαρδισμών, στην περιοχή του εργοστασίου Μάμου: «Μερικοί άνδρες που έτρεχαν και στους δρόμους, σήκωναν τα σακάκια τους, για να καλύψουν τα κεφάλια τους, όπως και στη βροχή. Και οι στρατιώτες στο φυλάκιο του πυργίσκου, άρχισαν με τα όπλα τους να πυροβολούν, για να ρίξουν τα αεροπλάνα».
Σε έναν νυκτερινό βομβαρδισμό, Φεβρουάριος 1941, συμμετείχε και ο γιός του Μουσολίνι.
Στην Τριών Ναυάρχων σκοτώθηκε από βόμβα και ο Χαρίλαος Καβρίκας, που διατηρούσε μηχανουργείο, και είχε φτιάξει με δικές του δαπάνες το σιντριβάνι της λεωφόρου, όπως την αποκαλούσαν τότε οι πατρινοί.
Βομβαρδισμούς έκαναν οι γερμανοί, ενώ προέλαυναν, και μάλιστα ανηλεείς, όπως χαρακτηρίζονται. Οι γερμανοί θα περάσουν σε αχαϊκό έδαφος, στον Ψαθόπυργο. μέσω Ναυπάκτου. Στην Πάτρα αμύνθηκε μέχρι τέλους η πυροβολαρχία υπό τον πλωτάρχη Ν. Σαρρή, «εγκατεστημένη πότε εις το δασύλλιον του Σχατοβουνίου, πότε κατά την συνοικίαν Χαλκωματά».
Σύμφωνα με τον Κ. Τριανταφύλλου, οι «ιταλοί των Πατρών», εννοώντας καθολικούς πολίτες, όχι απαραίτητα ιταλικής καταγωγής, «επέδειξαν ανθελληνικήν συμπεριφοράν» και κάποιοι μάλιστα «εκινήθησαν καταπροδίδοντες τους πατρινούς. Αι φυλακαί εγέμισαν και ιταλικόν στρατοδικείον ελλειτούργησε κατ’ αρχάς εις Ναύπακτον και έπειτα εις Πάτρας, εις την αίθουσαν του Μορφωτικού Συλλόγου κυριών, επί της οδού Ερμού».
Ο Τριανταφύλλου μνημονεύει αντιστασιακές πράξεις. Την κλοπή της σφραγίδας του γερμανού φρουράρχου Πατρών- με σκοπό να εκδίδονται ταυτότητες για τους αντιστασιακούς- από τον τενόρο Λέανδρο Καβαφάκη και τη συνάδελφό του Μανταλένα Χατζοπούλου. Εκτελέστηκαν μαζί με τη θρυλική Λέλα Καραγιάννη και την Πατρινή Ακριβή Νικολετοπούλου. Αναφέρεται μακρά λίστα εκτελεσμένων και βασανισμένων. Επίσης, συλλήψεις ομήρων κατά κύματα.
Στα αρχεία που συμβουλεύθηκε ο Κ. Τριανταφύλλου αναφέρεται ότι 4 βόμβες της 28ης Οκτωβρίου είχαν εκραγεί κοντά στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, Κορίνθου και Γούναρη. Πολλοί από τους υπαλλήλους (μνημονεύονται οι Ευθ. Μπελεζίνης, Κ. Γονατάς, Χ. Γκίκας, Γ. Μιχαλόπουλος) τραυματίστηκαν από τα σπασμένα τζάμια. Πιο σοβαρά ο εισπράκτορας Λ. Σκληβανιώτης, υποστείς δύο εγχειρίσεις. Από τις βόμβες έπιασε φωτιά ένα αυτοκίνητο. «Πολλοί εκ των πελατών έφυγον, καταλιπόντες εις τας θυρίδας των ταμείων ανεκτέλεστα τα σχετικά δικαιολογητικά». Καταστράφηκε όμως και το παρακείμενο σπίτι του ταμία, όπως και το σπίτι του Δ. Καραντζά, από βόμβα που έπεσε μέσα.
Εξαφανίζεται η μαύρη σταφίδα από την αγορά. Δυσμενής η κατάσταση στην κτηνοτροφία. Στασιμότητα στη βιομηχανία και στο εμπόριο. Και έναρξη μαύρης αγοράς. Χάνονται τα δημητριακά. Και οι παραγωγοί δεν θέλουν πλέον χρήματα, αλλά λάδι και σαπούνι, ως ανταλλάγματα. Σύντομα, ακόμα και το σαπούνι θα γίνει δυσεύρετο στην πόλη.
Χαρτονόμισμα θα εκδοθεί ξανά τον Οκτώβριο του 1944.
ΤΟΥ Κ. ΜΑΓΝΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *