Ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο προβάλλοντας το μήνυμα της ενότητας. Όμως, μπορεί η Αριστερά να ξαναβρεί συνοχή χωρίς αυτοκριτική ή το πρόβλημα είναι βαθύτερο;
Η περιοδεία του Αλέξη Τσίπρα για την παρουσίαση του νέου του βιβλίου μοιάζει με πολιτική επιστροφή.
Με λόγο μεστό και ελεγχόμενα συναισθηματικό, επιχειρεί να υπενθυμίσει τα χρόνια της διακυβέρνησής του, αλλά και να πείσει πως το «παλιό» μπορεί να γίνει ξανά «νέο».
Το ερώτημα όμως παραμένει: μπορεί ο ίδιος να ενώσει έναν χώρο που διχάστηκε εξαιτίας του;
Η Αριστερά σε κρίση ταυτότητας
Η Αριστερά στην Ελλάδα μοιάζει με σπίτι παλιό που αλλάζει συνεχώς ενοίκους χωρίς ποτέ να ανακαινίζεται.
Κάθε νέα «πρωτοβουλία», κάθε νέα «επανεκκίνηση», κουβαλά πάνω της το βάρος μιας παλιάς ήττας που δεν έχει επουλωθεί.
Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι απλώς μια πολιτική κίνηση• είναι αντανάκλαση αυτής της κρίσης ταυτότητας.
Ένας πρώην πρωθυπουργός προσπαθεί να παρουσιαστεί ξανά ως φορέας ενότητας, σε μια εποχή που η Αριστερά δεν μπορεί να πείσει ούτε τον εαυτό της ότι διαθέτει προοπτική εξουσίας χωρίς να βάλει “νερό στο κρασί της” , έτσι ώστε να δοθούν άμεσα λύσεις σε προβλήματα του ελληνικού λαού που αφορούν την επιβίωσή του ή για λύσεις σοβαρών εθνικών ζητημάτων.
Αμφισβητήσεις και παλιά τραύματα
Η Αριστερά παραμένει βαθιά τραυματισμένη από την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Για πολλούς, ο Τσίπρας δεν είναι το πρόσωπο που μπορεί να ενώσει , είναι εκείνος που, με τις επιλογές του, συνέβαλε στη διάλυση ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου.
Οι πρώην σύντροφοί του τον κατηγορούν για «προδοσία» του δημοψηφίσματος και για πλήρη υποταγή στους δανειστές, ενώ άλλοι, πιο κυνικά, μιλούν για την απόλυτη ενσωμάτωση της Αριστεράς στο σύστημα εξουσίας.
Τα θετικά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ συγκριτικά με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας
Παρά την κριτική και τα τραύματα, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ άφησε πίσω της και σημαντικά επιτεύγματα:
- Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα, άφησε ένα σημαντικό δημοσιονομικό απόθεμα, γνωστό ως το «μαξιλάρι ρευστότητας». Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών και της Τράπεζας της Ελλάδος, το ύψος του μαξιλαριού ανερχόταν περίπου στα 37 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα ποσό που εξασφάλιζε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας μετά την έξοδο από τα μνημόνια το 2018.
Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος στο τέλος του 2019 —δηλαδή στο κλείσιμο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ— ανερχόταν στα 334,3 δισ. ευρώ σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Μέχρι το τέλος του 2024, επί κυβέρνησης Μητσοτάκη, το κεντρικό δημόσιο χρέος είχε εκτοξευθεί στα 403,9 δισ. ευρώ, σύμφωνα με επίσημη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος («Note on the Greek Economy», Φεβρουάριος 2025).
Η διαφορά των περίπου 70 δισεκατομμυρίων ευρώ αποτυπώνει την τεράστια αύξηση του χρέους μέσα σε πέντε χρόνια, παρά το γεγονός ότι το δημόσιο «μαξιλάρι» ρευστότητας εξανεμίστηκε, ενώ παράλληλα η κυβέρνηση προχώρησε σε εκτεταμένο δανεισμό και διπλασιασμό του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. -
Εφάρμοσε σειρά μέτρων κοινωνικής στήριξης, όπως επιδόματα σε ευάλωτα νοικοκυριά και ρυθμίσεις χρεών, που ανακούφισαν χιλιάδες οικογένειες σε μια δύσκολη περίοδο.
-
Προστασία της εργασίας και των συλλογικών συμβάσεων, δίνοντας σημασία στους εργαζόμενους και στη διασφάλιση δικαιωμάτων στην αγορά εργασίας.
-
Ενίσχυσε το διεθνές κύρος της χώρας, ανακτώντας εμπιστοσύνη από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις αγορές, ενώ βελτίωσε τις σχέσεις με θεσμούς και διεθνείς οργανισμούς.
Αυτά τα θετικά αποτελούν κομμάτια πολιτικής μνήμης που δεν μπορεί να παραγνωριστούν. Η κοινωνία θυμάται ότι, παρά τις δυσκολίες, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για μια Αριστερά που ενδιαφέρεται για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Το πολιτικό αδιέξοδο
Σήμερα, απέναντι σε μια κυβέρνηση Μητσοτάκη που βουλιάζει στα σκάνδαλα, στη διαφθορά και στη θεσμική αλαζονεία, ο φυσικός αντίπαλος θα έπρεπε να είναι ισχυρός, συνεκτικός και πειστικός. Αντί γι’ αυτό, το προοδευτικό φάσμα μοιάζει με μωσαϊκό αντιθέσεων και προσωπικών σχεδίων.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο πολιτικό σκηνικό. Η παρουσία του, ως πρώην πρωθυπουργού και ηγετικού στελέχους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τους ψηφοφόρους, ενώ παράλληλα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση μνήμες από το 2015. Η Νέα Δημοκρατία αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία για να τονίσει τη δική της κυβερνητική διαδρομή και να υπενθυμίσει στους πολίτες τα γεγονότα που θεωρεί κρίσιμα για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων σήμερα.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνική βάση που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ –οι εργαζόμενοι, οι νέοι, οι μικρομεσαίοι– δεν εμπνέεται πια από κανέναν. Η απογοήτευση έχει μετατραπεί σε σιωπή, η σιωπή σε αποχή, και η αποχή σε ένα πολιτικό κενό που κανείς δεν φαίνεται ικανός να καλύψει.
Ο κορμός που δεν πείθεται
Μέσα σε αυτό το τοπίο αβεβαιότητας, ο σταθερός κορμός της ελληνικής Αριστεράς παραμένει το ΚΚΕ.
Ένα κόμμα που, παρά τις δεκαετίες πολιτικής απομόνωσης, διατήρησε τη συνέπειά του και σήμερα αντιμετωπίζεται ,ακόμη και από αντιπάλους ως η μόνη δύναμη που δεν διαπραγματεύτηκε την ταυτότητά της.
Το ΚΚΕ δεν έχει πεισθεί για τις προθέσεις του Αλέξη Τσίπρα – και ίσως όχι αδικαιολόγητα. Πολλοί πολίτες ένιωσαν, την πιο κρίσιμη στιγμή, πως ο πρώην πρωθυπουργός εξίσωσε πολιτικές και επιλογές, ενισχύοντας την απογοήτευση και την αίσθηση ότι «όλοι τα ίδια είναι». Η εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι ακόμη κι ένα αντιμνημονιακό κόμμα μπορεί να μετατραπεί σε φορέα νέων μνημονίων, υπονομεύοντας το ίδιο το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής. Έτσι, φθάρηκε όχι μόνο μια πολιτική φυσιογνωμία, αλλά και το όνειρο μιας αυθεντικής σοσιαλιστικής προοπτικής που θα μπορούσε να εμπνεύσει ξανά την ελληνική κοινωνία.
Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ παραμένει σταθερό στη μαρξιστική-λενινιστική του γραμμή και έχει διασωθεί ως δύναμη της ελληνικής πολιτικής σκηνής παρά τις ευρωπαϊκές πολιτικές ανακατατάξεις.
Αν και η ιδεολογική του συνέπεια είναι αξιοσημείωτη, δεν αρκεί από μόνη της για να προσφέρει πλήρη απάντηση στις ανάγκες και τις ελπίδες της κοινωνίας – η εποχή ζητά και πειστική πολιτική πρόταση ΕΞΟΥΣΙΑΣ, που να κινητοποιεί την πλειοψηφία.
Η παθογένεια του πολυκερματισμού
Η παθογένεια της ελληνικής Αριστεράς δεν είναι ζήτημα μόνο προσώπων, αλλά κουλτούρας.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης, η εμμονή στη διαίρεση, οι θεωρητικές μικρότητες και οι προσωπικές αντιπαλότητες ανακυκλώνουν το ίδιο αδιέξοδο.
Κάθε φορά που προβάλλει η ανάγκη για κοινή δράση, εμφανίζεται η «γραμμή καθαρότητας», η «αντίθεση στρατηγικής», το «όχι με αυτούς». Και έτσι, οι ευκαιρίες χάνονται η μία μετά την άλλη, μέχρι η κοινωνία να πάψει να περιμένει.
Αυτή η κουλτούρα αυτοϋπονόμευσης δεν ξεπερνιέται με ευχολόγια περί ενότητας.
Η ενότητα δεν είναι σκοπός καθεαυτός , είναι αποτέλεσμα κοινού οράματος και πολιτικής ουσίας.
Ίσως, λοιπόν, η λύση να μην είναι άλλη μια συμμαχία προσώπων, αλλά μια επιστροφή στην ηθική της Αριστεράς — στην πίστη ότι η πολιτική μπορεί να είναι καθαρή, ανθρώπινη, κοινωνική.
Μόνο τότε η ενότητα θα αποκτήσει περιεχόμενο.
Και τότε, ίσως, η λέξη «Αριστερά» να ξανασημάνει Ελπίδα.
Η επόμενη μέρα
Η ενότητα δεν μπορεί να επιβληθεί με δηλώσεις ή προσωποκεντρικές πρωτοβουλίες.
Αν η Αριστερά δεν επαναπροσδιορίσει το νόημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της εργασίας, της παραγωγικής αυτοδυναμίας και της πολιτικής αξιοπιστίας, κάθε «επιστροφή» θα μοιάζει με ανακύκλωση του παλιού.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον «ηγέτη της Αριστεράς».
Χρειάζεται μια νέα Αριστερά που να μιλάει με πράξεις και όχι με συνθήματα.
Μια Αριστερά που να εμπνέει ξανά.
Σημείωση:
“Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί
και βρωμούσε νέες μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει.
(…)
Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο,
Και έφερε αλυσοδεμένο μαζί του το Νέο να το παρουσιάσει σαν Παλιό.
Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια.
Αποκαλύπτονταν τα θεσπέσια μέλη του (…)”
– Μπέρτολτ Μπρεχτ
Μ.Π.Ν.
12 ΟΚΤΩΒΡΗ 1944…«Φεύγουν, οι Γερμανοί φεύγουν, είμαστε ελεύθεροι»ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Δείτε επίσης





















