Χειραψίες πάνω από τα ερείπια — Η ειρήνη των ισχυρών
Την ίδια μέρα που στο Οβάλ Γραφείο ο Νετανιάχου χειραψίαζε και αντάλλασσε κορώνες τιμής με τον Αμερικανό πρόεδρο, στα χαλάσματα της Γάζας η πραγματικότητα διέψευδε με τον πιο ωμό τρόπο τις λέξεις «ειρήνη» και «αποκατάσταση». Οι αεροπορικοί και χερσαίοι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν, με νεκρούς, τραυματίες και τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών — ενώ το διεθνές βλέμμα συχνά έμοιαζε να περιορίζεται σε διπλωματικές φωτογραφίες και δηλώσεις.
Ο Τραμπ παρουσίασε ένα «σχέδιο» 20 σημείων, το οποίο προβάλλεται ως η μεγάλη ευκαιρία «να τελειώσει ο πόλεμος», αλά όμως το πλαίσιο του αποτυπώνει με σαφήνεια ποιόν ωφελεί πρώτα — και πώς. Στο κέντρο της πρότασης βρίσκεται η απαίτηση για άμεση παράδοση ομήρων μέσα σε 72 ώρες, η αποστρατικοποίηση της Γάζας με όρους που υπαγορεύουν τρίτοι και η μεταβατική διοίκηση υπό διεθνή επιτήρηση — με κορυφαία συμμετοχή προσωπικοτήτων που δεν κρύβουν τις πολιτικές τους φιλοδοξίες.
Το κείμενο της πρότασης υπόσχεται «ανασυγκρότηση», «ειρηνική ανάπτυξη» και «ειδική οικονομική ζώνη» — όρους που, σε μια άλλη γλώσσα, σημαίνουν ανοιχτή πόρτα σε επενδυτικά συμφέροντα και την οικονομο-πολιτική χειραγώγηση μιας κατεστραμμένης κοινωνίας. Δεν πρόκειται για επανίδρυση κοινωνικής ζωής αλλά για αναγωγή της Γάζας σε πεδίο εφαρμογής οικονομικών σχεδίων και ελέγχου, με όρους που επιλέγουν οι έξωθεν «συνεργάτες».
Επιπλέον, το «όχι προσαρτήσεως αλλά περιμετρική ασφάλεια» — δηλαδή η παραμονή στρατιωτικών δυνάμεων σε γειτονικές ζώνες και η δυνατότητα επέμβασης όποτε κριθεί — δεν είναι ειρήνη· είναι κατοχή με άλλο όνομα. Η υπόσχεση «μη επέμβασης στα εσωτερικά» συγκρούεται με το ίδιο το γράμμα της πρότασης, που προβλέπει διεθνή δυνάμεις, εποπτικούς μηχανισμούς και εγγυητές — φορείς που, στην πράξη, θα νομιμοποιήσουν ξένες παρεμβάσεις στην καθημερινότητα των κατοίκων.
Όταν ο πρόεδρος της υπερδύναμης δηλώνει ότι «αν η Χαμάς αρνηθεί, οι ΗΠΑ θα στηρίξουν πλήρως το Ισραήλ να την καταστρέψει», αυτό δεν είναι διπλωματική ρητορική· είναι πράσινο φως για συνέχιση του αίματος και της καταστροφής. Τι σημαίνει, στην ουσία, «να μην αποτελεί απειλή»; Σημαίνει απογύμνωση πολιτικής εκπροσώπησης, αναγκαστική αποστρατικοποίηση υπό διεθνή έλεγχο και την εξαφάνιση κάθε πολιτικού δικαιώματος που θεωρείται «επικίνδυνο».
Η υπόθεση «αποκλειστικά ανθρωπιστικής διεύθυνσης βοήθειας» μέσω διεθνών φορέων ακούγεται ωραία στα δελτία. Στην πράξη όμως, σε ένα περιβάλλον όπου τα νοσοκομεία έχουν πληγεί, οι μαζικές εκτοπίσεις συνεχίζονται και το σύστημα υγείας καταρρέει, η διαχείριση της βοήθειας χωρίς πολιτική λύση είναι απλώς προσωρινή ανακούφιση — και, συχνά, μέσο ελέγχου της ελπίδας των ανθρώπων.
Το «Συμβούλιο της Ειρήνης» με πρόεδρο τον ίδιο τον Τραμπ και την ανάμιξη του Τόνι Μπλερ, δεν είναι εγγύηση δικαιοσύνης. Είναι μηχανισμός που, όπως παρουσιάζεται, θα χαράσσει τη γραμμή επανόρθωσης και «μεταρρύθμισης» με όρους επιβολής — και όχι απαραίτητα με σεβασμό στην αυτοδιάθεση του παλαιστινιακού λαού. Το μοντέλο θυμίζει ξανά την παλιά λογική: εξωτερικοί παίκτες αποφασίζουν για τη ζωή εσωτερικών κοινοτήτων.
Κλείνοντας: μπορεί τα λόγια από το προεδρικό γραφείο να βαφτίσουν μια μέρα «ιστορική», όμως η ιστορία γράφεται με τα σώματα και τις ζωές που επιβιώνουν ή χάνονται. Η «ειρήνη» που προτείνεται — αν αποδεχθεί με τους όρους που τέθηκαν — θα παραμείνει για πολλούς λεκτική βιτρίνα πίσω από την οποία θα συνεχίζουν να υφίστανται βίαιη εκδίωξη, φτώχεια και πολιτική στέρηση. Όσοι αξιώνονται να μιλούν στο όνομα της ανθρωπότητας οφείλουν, πριν από τις χειραψίες και τα κοινά ανακοινωθέντα, να κοιτάξουν τα ερείπια και να αναγνωρίσουν ποιοι πραγματικά πληρώνουν το τίμημα.





















