Η πρώτη μέρα στο σχολείο – μαρτυρία ενός μαθητή της δεκαετίας του ’50 στον Μικρασιατικό συνοικισμό της Κορίνθου

Θυμάμαι την πρώτη μου μέρα στο 4ο Δημοτικό Σχολείο, εκεί στον Μικρασιατικό συνοικισμό της Κορίνθου. Η γειτονιά μας δεν ήταν χωριό∙ βρισκόμασταν στην άκρη της πόλης, κι όμως κάθε στενό και κάθε αυλή είχαν τη δική τους φωνή. Ο αέρας ήταν γεμάτος μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμί, και οι φωνές των παιδιών που τρέχαμε στην αυλή αντηχούσαν σαν μικρές μελωδίες της καθημερινότητάς μας.

 Οι μνήμες των μεγάλων ήταν γεμάτες προσφυγιά, θλίψη και κουράγιο. Η γιαγιά μου, Σμυρνιά, συχνά μου μιλούσε για το σχολείο της Σμύρνης, για τις αίθουσες γεμάτες βιβλία και φωνές παιδιών, για τις καλές μέρες πριν τον ξεριζωμό. Αυτές οι ιστορίες ήταν ο θησαυρός μου.

Θυμάμαι εκείνο το πρώτο πρωινό του σχολείου μου,  η μητέρα μου μ’ έστειλε με καθαρή ποδιά και στην πλάτη την πολύτιμη δερμάτινη τσάντα. Δεν την είχε κανείς άλλος. Μου την είχε φτιάξει ο παππούς μου, τσαγκάρης στο επάγγελμα, πριν τον εκτελέσουν οι Γερμανοί. Ήταν η κληρονομιά του, κι εγώ καμάρωνα που την κρατούσα, ενώ οι συμμαθητές μου έφερναν τα τετράδιά τους δεμένα με σπάγκο ή τυλιγμένα σε εφημερίδα.

Ακόμη και τα παπούτσια μας είχαν τη δική τους ιστορία. Για να αντέχουν περισσότερο, οι γονείς μας έβαζαν μπροστά «πεταλάκια» – μικρά μεταλλικά κομμάτια που προστάτευαν τις μύτες τους από τη φθορά. Ήταν βαριά και άβολα, έκαναν θόρυβο σε κάθε βήμα και δυσκόλευαν το τρέξιμο, μα δεν υπήρχαν χρήματα για καινούργια παπούτσια. Έτσι, μαζί με το βάρος της τσάντας κουβαλούσαμε και τον ήχο της ανάγκης, που χτυπούσε στο λιθόστρωτο σαν μικρό σιδεράκι της μοίρας μας.

Ο δάσκαλός μας, ο κύριος Ευστρατιάδης –πατέρας της Βασιλικής Ευστρατιάδη, προέδρου της Μικρασιατικής Στέγης Κορίνθου– στεκόταν στην έδρα με σεβασμό και αυστηρότητα. Ήταν άνθρωπος που καταλάβαινε τις δυσκολίες μας, αλλά μας μάθαινε ότι η μόρφωση είναι ο μόνος δρόμος για να φτιάξουμε τη ζωή μας καλύτερη από των γονιών μας.

Στην τάξη μας κυριαρχούσε η μυρωδιά από κιμωλία και μελάνι. Γράφαμε με κοντυλοφόρους κι αν μας έσταζε μελάνι στο χέρι, χαμογελούσαμε πονηρά, κρύβοντας το μπλε σημάδι. Τα θρανία ήταν παλιά, γεμάτα χαράγματα, σαν να μιλούσαν για τα παιδιά που πέρασαν από εκεί πριν από εμάς.

Στο διάλειμμα ξεχύναμε στο προαύλιο. Παίζαμε «μήλα» ρίχνοντας την μπάλα με δύναμη, κουτσό ζωγραφίζοντας τετράγωνα με κιμωλία, «στάκαμαν», «αμάδες» με γυάλινες μπίλιες, κρυφτό πίσω από τις μάντρες, ακόμη και «τσιλίκι» με αυτοσχέδια ξυλάκια. Όταν κάποιος έβρισκε παλιά κονσέρβα, τη μετατρέπαμε σε μπάλα και τρέχαμε ώσπου τα γόνατά μας γέμιζαν σκόνη και γρατζουνιές. Αυτά ήταν τα παιχνίδια μας, φτωχικά αλλά γεμάτα φαντασία.

Εκείνητην  εποχή, οι ξυλιές από τους δασκάλους και τις δασκάλες ήταν σύνηθες φαινόμενο, ένα σκληρό μάθημα που σήμερα μας φαίνεται ξένο και ακατανόητο. Οι πατεράδες, όταν το μάθαιναν, αντεπέδιδαν στο σπίτι, σαν μια μικρή και αμήχανη απόπειρα να ισορροπήσουν την πειθαρχία με την προστασία. Και μέσα σε αυτή την αυστηρότητα και ταυτόχρονα στοργή, η παιδική μας ηλικία βρήκε τον δικό της ρυθμό· έναν ρυθμό γεμάτο παιχνίδια, γέλια, αλλά και μικρές ανατριχίλες που μόνο η πραγματική ζωή μπορεί να χαρίσει.

Η φτώχεια ήταν παντού, αλλά δεν μας λύγιζε. Μοιραζόμασταν ένα κομμάτι ψωμί με ζάχαρη, λίγες ελιές ή μια ντομάτα από το σπίτι. Η Εκκλησία, η Παναγία μας, χτισμένη από τους παππούδες μας και τους καλύτερους μαστόρους της εποχής, είχε τον πρώτο λόγο: ξεκινούσαμε με προσευχή, γιορτάζαμε τις μεγάλες θρησκευτικές μέρες, κι έτσι μάθαινα από μικρός πως η πίστη και η παιδεία ήταν οι δύο πυλώνες της ζωής μας.

Αναφερόμενος σε εκείνη την εποχή δεν θα μπορούσα μα μην θυμηθώ τον πατέρα Νεκτάριο που ήταν εκείνος που ένωνε τα παιδιά του συνοικισμού στο Κατηχητικό, σαν ένας αόρατος οδηγός που φώτιζε τα βήματά μας και μας έμαθε ότι η κοινότητα δεν είναι απλά μια λέξη, αλλά μια ζωντανή εμπειρία.

Εκείνη η πρώτη μέρα στο σχολείο δεν ήταν απλώς ένα ξεκίνημα. Ήταν η στιγμή που ένιωσα πως η ζωή μου συνδέεται με τις μνήμες της Σμύρνης, με τη θυσία του παππού μου, με την αγωνία και την ελπίδα της γενιάς μας. Στον Μικρασιατικό συνοικισμό της Κορίνθου, μέσα στη φτώχεια και στη δυσκολία, γεννιόταν η περηφάνια μας: ότι ήμασταν παιδιά που κουβαλούσαμε παρελθόν, αλλά ονειρευόμασταν μέλλον.

Νίκος Νικολόπουλος
μαθητής της δεκαετίας του ’50 από τον Μικρασιατικό συνοικισμό της Κορίνθου