Νέο πεντάστερο ξενοδοχείο σε έκταση 2,6 στρεμμάτων στο Ξυλόκαστρο

171

Νέο πεντάστερο ξενοδοχείο σε έκταση 2,6 στρεμμάτων στο Ξυλόκαστρο γίνεται “ανάσα” για ένα άλλοτε δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο, που πλέον όμως διαθέτει παλαιωμένο ξενοδοχειακό δυναμικό.

Η ροή των επενδύσεων σε 5άστερα ξενοδοχεία στην Ελλάδα αναμένεται να συνεχιστεί με αμείωτη ένταση και το 2024. Εκτός από τις περιοχές που ήδη προσφέρουν πολλές επιλογές διαμονής, στο στόχαστρο μπαίνουν και μικρότεροι προορισμοί, όπως το Ξυλόκαστρο, ένα άλλοτε δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο, που πλέον όμως διαθέτει παλαιωμένο ξενοδοχειακό δυναμικό

Λίγο πριν από τη λήξη του 2023 εγκρίθηκαν οι οικοδομικές άδειες για πολυτελή ξενοδοχεία σε διάφορα σημεία της χώρας.

Στο πολύ εύκολα προσβάσιμο Ξυλόκαστρο Κορινθίας εγκρίθηκε η δημιουργία ξενοδοχείου 5 αστέρων, στη θέση Κροπάρια, Άνω Λουτρό.

Το νέο ξενοδοχείο θα αναπτυχθεί σε έκταση 2,6 στρεμμάτων και έχει ήδη εκδοθεί η σχετική οικοδομική άδεια στην εταιρεία ΑΛΘΕΑ ΡΙΖΟΡΤ ΙΚΕ.

Νέο πεντάστερο ξενοδοχείο σε έκταση 2,6 στρεμμάτων στο Ξυλόκαστρο

Διαβάστε επίσης: 

Έκρηξη Λαζόπουλου κατά Πορτοσάλτε: «Πόσο μ@λ@κ%ς μας …

 

Ξυλόκαστρο: Ο κοσμοπολίτικος προορισμός της Κορινθίας με το εκπληκτικό πευκοδάσος δίπλα στην παραλία

Μόλις 1,5 ώρα από την Αθήνα, αξιοποιήθηκε τουριστικά ήδη από το 1919, φιλοξενώντας από βασιλιάδες μέχρι γυρίσματα γνωστών ελληνικών ταινιών

Οι παραλίες του ενέπνευσαν ποιητές κι έγιναν τόπος παραθερισμού βασιλιάδων, αλλά και γυρισμάτων για κοσμαγάπητες ελληνικές ταινίες σαν το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» (1955) και «Τα Κόκκινα Φανάρια» (1963), τα οποία διαγωνίστηκαν στις Κάνες της εποχής για τη διεθνή αίγλη του Χρυσού Φοίνικα.

Ο λόγος βέβαια για το Ξυλόκαστρο: την παραθαλάσσια κωμόπολη της Κορινθίας που εξακολουθεί να προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες κάθε καλοκαίρι, παραμένοντας ένας από τους πιο κοσμοπολίτικους προορισμούς σε όλη την Πελοπόννησο. Πρόκειται δε για φήμη πολύ παλιά αφού στα 1919 –όταν οι διακοπές στη θάλασσα βρίσκονταν στα σπάργανα, όσον αφορά την Ελλάδα– ήταν εδώ όπου κρίθηκε επισήμως ότι έπρεπε να οδηγούνται οι διακεκριμένοι επισκέπτες από το εξωτερικό, ώστε να τους παρέχεται θερινή διαμονή. Γυρίζοντας έπειτα στις χώρες τους περιέγραφαν συχνά το Ξυλόκαστρο ως «ανθούπολη», εντυπωσιασμένοι από τα πολλά του λουλούδια.

Το σύγχρονο Ξυλόκαστρο είναι μια κωμόπολη με 5.500 χιλιάδες κατοίκους, εύκολα προσβάσιμη από την Αθήνα, από την οποία απέχει περίπου 1,5 ώρα με το αυτοκίνητο –μάλιστα, υπάρχει και τακτική σύνδεση μέσω ΚΤΕΛ. Άνετα έρχεται ασφαλώς κάποιος και μέσω Πάτρας, από την οποία η απόσταση είναι λίγο μικρότερη.

Το Ξυλόκαστρο έχει ιστορία που κρατά ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια, καθώς στη σημερινή τοποθεσία «Γιαρένη» βρισκόταν το λιμάνι των Αριστοναυτών, το οποίο άνηκε στην (ορεινή) Πελλήνη· κράτος που σύμφωνα με τον Όμηρο πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Η Πελλήνη άντεξε ως το 396 μ.Χ., όταν καταστράφηκε από τους Γότθους, αλλά το λιμάνι της φαίνεται να επέζησε, καθώς στα χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο χτίστηκε ένας ξύλινος στρατώνας-παρατηρητήριο για να το εποπτεύει, πάνω ακριβώς από τη σύγχρονη κωμόπολη. Λόγω λοιπόν της παρουσίας του τελευταίου, οι ντόπιοι είπαν την περιοχή Ξυλόκαστρο. Και παρά το γεγονός ότι κατά τον 18ο αιώνα ξέρουμε ότι λεγόταν Οξώκαμπος, είναι αυτή που τελικά επικράτησε.

Το αρχικό Ξυλόκαστρο ήταν οικισμός με λίγα σπίτια, αποθήκες κι ένα πελώριο πευκοδάσος. Τμήμα του τελευταίου αποψιλώθηκε για καλλιέργειες, με αποτέλεσμα κατά τον 19ο αιώνα να επεκταθεί το αρχικό χωριό, γενόμενο κέντρο παραγωγής κορινθιακής σταφίδας. Το 1906 στις παραλίες του εμφανίστηκαν οι πρώτοι γυμνιστές στην Ελλάδα, ενώ μετά το 1919 –όταν ορίστηκε ως τόπος παραθερισμού διακεκριμένων ξένων επισκεπτών, όπως είδαμε– αναπτύχθηκε σε λουτρόπολη.

Έκτοτε μπήκε σε σταθερή τροχιά τουριστικής ανάπτυξης: το 1932 ιδρύθηκε περίπτερο του Ε.Ο.Τ., ενώ από το 1954 ως το 1966 λειτούργησαν εδώ οι κατασκηνώσεις Τυπάλδου, προσελκύοντας πολλούς επισκέπτες από το εξωτερικό. Καταλύτης της σημερινής, ακόμα πιο κοσμοπολίτικης εικόνας ήταν η οριστική λύση του χρόνιου προβλήματος ύδρευσης της κωμόπολης κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και η στοχευμένη ανάπλαση που έλαβε χώρα κατά τα τέλη του 20ού αιώνα.