«ΡΙΓΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ»
13 Δεκεμβρίου 1943
13 Δεκεμβρίου 2021
«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί» έγραψε ο Γ. Σεφέρης.
Η καταχνιά και η ομίχλη που καλύπτουν την ατμόσφαιρα είναι οι καυτές κι ανησυχητικές ανάσες των έγκλειστων γυναικόπαιδων και των ηλικιωμένων πίσω από τα τζάμια του δημοτικού σχολείου.
Είναι, επίσης, οι τελευταίες σκέψεις των μελλοθάνατων ανδρών και τα όνειρα των παιδιών στο λόφο του Καππή, πριν εκτελεστούν.
Η αχλή, εντέλει, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση του πόνου και κρύβει μέσα της οργή, δυστυχία, οδύνη.
Το ρολόι της εκκλησίας δείχνει 14:34.
Ήταν η ώρα κατά την οποία στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 έλαβε χώρα ή πιο αποτρόπαια πράξη κατά άμαχου και κατ’ επέκταση ανυπεράσπιστου πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο.
Ήταν η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» και αποτέλεσε μαζικά αντίποινα στην εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί από τους αντάρτες.
Με πρόσχημα το παραπάνω γεγονός, οι Γερμανικές δυνάμεις, μηχανοκίνητες και πεζοπόρες ξεκίνησαν από την Πάτρα, στις 5 Δεκεμβρίου 1943 με κατεύθυνση τα Καλάβρυτα.
Στην πορεία τους σκότωσαν 143 άνδρες και παιδιά. Φτάνοντας στις 9 Δεκεμβρίου στην ιστορική αυτή κωμόπολη, με άμεσες ενέργειες φρόντισαν να την περικυκλώσουν.
Σε δεύτερο χρόνο καθησύχασαν τους κατοίκους πως ο σκοπός τους ήταν η εξόντωση των ανταρτών.
Ως τεκμήριο πειθούς πραγματοποιήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα η πυρπόληση σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες, ενώ ακολούθως ζήτησαν την επιστροφή των ανθρώπων που είχαν εγκαταλείψει πρόσφατα την περιοχή από φόβο, ελέω της έλευσης των Γερμανών.
Το πρωί της Δευτέρας (13 Δεκεμβρίου) με συνοπτικές και συντονισμένες διαδικασίες συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία.
Αρχικά, κλείδωσαν όλες τις γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 13 στο δημοτικό σχολείο. Κάτω από τα οκτώ μεγάλα παράθυρα της αίθουσας, τα οποία ήταν καλυμμένα με συρματοπλέγματα, καθώς ο χώρος είχε χρησιμοποιηθεί από την ιταλική διοίκηση σαν φυλακή είχαν καθίσει οι μητέρες με τα μωρά τους.
Επίσης, εκεί βρίσκονταν ταυτόχρονα άρρωστοι, που τους είχαν βγάλει δια της βίας από τα κρεβάτια τους και πλέον κείτονταν ξαπλωμένοι στο υγρό, ξύλινο δάπεδο. Στο κέντρο της αίθουσας, η κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτική, καθώς στον χώρο σπρώχνονταν συνεχώς νέα άτομα.
Η κατάσταση ήταν, αναμφίβολα, οδυνηρή, αφού σύμφωνα με γραπτές περιγραφές τα μωρά στρίγγλιζαν, οι γυναίκες έκλαιγαν και οι ηλικιωμένοι βογκούσαν. Μόνη παρηγοριά τους ήταν οι εικόνες και τα προσευχητάρια.
Καθώς τα λεπτά περνούσαν αργά και βασανιστικά ο φόβος μεταβαλλόταν σε μανδύα πόνου.
Σκαρφάλωναν στα περβάζια ουρλιάζοντας παρά τις απειλές των στρατιωτών με τις κάννες των όπλων στραμμένες εναντίον τους. Όταν είδαν ότι οι άντρες κατευθύνοντα προς τον σταθμό οι ελπίδες αναπτερώθηκαν προσωρινά και αμέσως διαδόθηκε η φήμη ότι θα μεταφέρονταν με τον οδοντωτό σε κάποιο στρατόπεδο εργασίας των Γερμανών.
Στην πραγματικότητα, οι άνδρες μεταφέρθηκαν στη «Ράχη του Καππή», μία αμφιθεατρική κι επικλινής περιοχή από την οποία δε θα μπορούσε κάποιος να ξεφύγει από τα πυρά (στις παρυφές των Καλαβρύτων).
Στις 14.32 μια φωτοβολίδα “έφυγε” από το κέντρο των Καλαβρύτων. Ήταν το μήνυμα του ταγματάρχη Χανς Εμπερσμπέργκερ προς στον επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ, για να αρχίσει τις εκτελέσεις με τα τρία πολυβόλα που στήθηκαν.
Ακόμη, αξίζει να τονιστεί ότι παράλληλα έλαβε χώρα η πυρπόληση και η λεηλασία 1.000 σπιτιών σε πάνω από 50 χωριά, από τα οποία οι Γερμανοί αποκόμισαν παράτυπα περισσότερα από 2.000 πρόβατα και μεγαλύτερα ζώα, καθώς και περίπου 260.000.000 δραχμές.
Η τελευταία πράξη του δράματος ολοκληρώθηκε, τις επόμενες ημέρες, με τις Καλαβρυτινές να σκάβουν πρόχειρους τάφους για να θάψουν τους νεκρούς τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες, με τις πρόχειρες κουβέρτες που είχαν μαζί τους, μετέφεραν όσους μπορούσαν στο νεκροταφείο, ενώ οι υπόλοιποι θάφτηκαν στον λόφο.





















