Τα χωριά μας χάνουν πληθυσμό, οι νέοι λιγοστεύουν και, την ίδια ώρα, το κόστος για να ζήσει κανείς μόνιμα στην ορεινή Γορτυνία γίνεται όλο και βαρύτερο.
ΓΟΡΤΥΝΙΑ: Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΕΡΗΜΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΙΜΗΣ ΖΩΗΣ
Μια μεγάλη ανάλυση για τα προβλήματα της Γορτυνίας
Υπάρχουν αριθμοί που δεν επιδέχονται ωραιοποίηση.
Το 2011 ο Δήμος Γορτυνίας είχε 10.109 μόνιμους κατοίκους.
Στην Απογραφή του 2021 καταγράφηκαν 7.915.
Μέσα σε μόλις μία δεκαετία χάθηκαν 2.194 μόνιμοι κάτοικοι, δηλαδή περίπου το 21,7% του πληθυσμού.
Περισσότερο από ένας στους πέντε.
Αυτό δεν είναι πλέον μια προειδοποίηση για το μέλλον.
Είναι μια πραγματικότητα που βρίσκεται ήδη μπροστά μας.
Και πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένα σπίτι που έκλεισε, μια οικογένεια που έφυγε, ένας νέος που αναζήτησε αλλού εργασία και ένα χωριό που τον χειμώνα έχει ένα φως λιγότερο αναμμένο.
Τα Λαγκάδια είναι ένας καθρέφτης της Γορτυνίας
Τα Λαγκάδια, ένας τόπος με μεγάλη ιστορία και ιδιαίτερη προσφορά στην Αρκαδία και στην Πελοπόννησο, βιώνουν αυτή τη συρρίκνωση με έντονο τρόπο.
Δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς μόνο τις απογραφές.
Αρκεί να περπατήσει στις γειτονιές ένα καθημερινό χειμωνιάτικο απόγευμα.
Να δει πόσα σπίτια είναι κλειστά.
Πόσες αυλές δεν έχουν πια ζωή.
Πόσο διαφορετική είναι η εικόνα από εκείνη του Αυγούστου, όταν επιστρέφουν οι απόδημοι, ανοίγουν τα σπίτια, γεμίζουν οι πλατείες και για λίγες εβδομάδες ο τόπος ξαναβρίσκει κάτι από την παλιά του ζωντάνια.
Αλλά η πραγματική κατάσταση ενός χωριού δεν μετριέται τον Δεκαπενταύγουστο.
Μετριέται τον Νοέμβριο, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο.
Τότε φαίνεται πόσοι άνθρωποι πραγματικά ζουν εδώ δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Γιατί φεύγει ένας νέος;
Ακούμε συχνά τη φράση:
«Οι νέοι δεν θέλουν να μείνουν στα χωριά.»
Είναι όμως τόσο απλό;
Ο νέος άνθρωπος χρειάζεται κάτι περισσότερο από την αγάπη για τον τόπο καταγωγής του.
Χρειάζεται εργασία με αξιοπρεπές εισόδημα.
Χρειάζεται σπίτι.
Χρειάζεται δυνατότητα να δημιουργήσει οικογένεια.
Χρειάζεται σχολείο για τα παιδιά του, γιατρό, πρόσβαση σε υπηρεσίες, ασφαλείς δρόμους, γρήγορες επικοινωνίες και μια στοιχειώδη κοινωνική ζωή.
Και χρειάζεται κάτι ακόμη που πολλές φορές ξεχνάμε:
Να μπορεί οικονομικά να ζήσει εδώ.
Γιατί η ζωή στο ορεινό χωριό δεν είναι απαραίτητα φθηνότερη από τη ζωή στην πόλη.
Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι ακριβότερη.
Η ακρίβεια χτυπά διαφορετικά την ορεινή Γορτυνία
Η ακρίβεια είναι πανελλαδικό πρόβλημα.
Όμως σε έναν ορεινό και αραιοκατοικημένο τόπο αποκτά διαφορετική διάσταση.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ πριν από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου δείχνουν ότι τον Αύγουστο του 2026 ο γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή ήταν αυξημένος κατά 3,8% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικές είναι δύο κατηγορίες που αγγίζουν άμεσα τη ζωή στα χωριά:
στέγαση, νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα: +9,7%
και
μεταφορές: +7,7%.
Αυτοί οι δύο αριθμοί για έναν κάτοικο της Γορτυνίας έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί εδώ η μετακίνηση με το αυτοκίνητο δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι ανάγκη.
Στο χωριό το αυτοκίνητο δεν είναι επιλογή
Για να πας στον γιατρό.
Για να πάρεις φάρμακα.
Για να κάνεις μεγαλύτερες αγορές.
Για να πας στην Τρίπολη.
Για μια δημόσια υπηρεσία.
Για το σχολείο.
Για τη δουλειά.
Για να εξυπηρετήσεις έναν ηλικιωμένο συγγενή.
Οι αποστάσεις είναι μέρος της καθημερινότητας.
Και κάθε αύξηση στη βενζίνη ή στο πετρέλαιο κίνησης μεταφράζεται αμέσως σε επιπλέον κόστος ζωής.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2026, ενδεικτικές καταγεγραμμένες τιμές σε πρατήρια της Αρκαδίας έδειχναν την αμόλυβδη 95 οκτανίων γύρω στα 2,16–2,18 ευρώ το λίτρο και το πετρέλαιο κίνησης περίπου στα 2,17–2,20 ευρώ, ανάλογα με το πρατήριο και το προϊόν. Τα δεδομένα των σχετικών υπηρεσιών προέρχονται από το Παρατηρητήριο Τιμών Υγρών Καυσίμων.
Η κυβέρνηση έχει ήδη αυξήσει για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου 2026 την επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης στα 15 λεπτά ανά λίτρο, αναγνωρίζοντας την έντονη πίεση στις τιμές και στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Αυτό είναι μια παρέμβαση στήριξης.
Δεν αλλάζει όμως μια βασική πραγματικότητα για την ορεινή Ελλάδα:
όσο ακριβότερη γίνεται η μετακίνηση, τόσο ακριβότερη γίνεται η ίδια η καθημερινότητα.
Και τώρα έρχεται ο χειμώνας
Στα Λαγκάδια και στα ορεινά χωριά της Γορτυνίας δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε το ημερολόγιο για να καταλάβουμε ότι αλλάζει η εποχή.
Το κρύο έχει ήδη κάνει αισθητή την παρουσία του.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα για τον μόνιμο κάτοικο:
η θέρμανση.
Σε μια περιοχή με μεγάλο και βαρύ χειμώνα, η θέρμανση δεν είναι επιλογή άνεσης.
Είναι βασική ανάγκη.
Ιδιαίτερα για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που μένει μόνος του.
Για μια οικογένεια με μικρά παιδιά.
Για ένα παλιό πέτρινο σπίτι που χρειάζεται πολλές ώρες θέρμανσης.
Και εδώ οι αριθμοί προκαλούν ανησυχία.
Η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης για τη νέα περίοδο ξεκινά στις 15 Οκτωβρίου 2026. Μέχρι τις 2 Οκτωβρίου οι τελικές παρεμβάσεις δεν είχαν ακόμη εξειδικευτεί πλήρως. Η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι στόχος της είναι, μέσω στήριξης, η τιμή να διαμορφωθεί χαμηλότερα από 1,75 ευρώ το λίτρο.
Ας κάνουμε έναν απλό υπολογισμό.
Ακόμη και στα 1,70 ευρώ το λίτρο, μια παραγγελία 1.000 λίτρων σημαίνει 1.700 ευρώ.
Και σε ένα ορεινό σπίτι, τα 3.000 λίτρα μπορεί να μην είναι αρκετά για έναν ολόκληρο δύσκολο χειμώνα που κρατά 8 μήνες τουλάχιστον , και η επιδότηση του κράτους είναι ως και Αστεία !.
Για έναν χαμηλοσυνταξιούχο, έναν άνεργο ή μια οικογένεια με περιορισμένο εισόδημα, αυτά τα ποσά δεν είναι αμελητέα.
Είναι ένας από τους σημαντικότερους λογαριασμούς της χρονιάς.
Η θέρμανση στα ορεινά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται όπως παντού
Εδώ πρέπει να υπάρξει μια διαφορετική φιλοσοφία.
Δεν έχουν όλες οι περιοχές της χώρας τις ίδιες ανάγκες θέρμανσης.
Δεν έχει τις ίδιες ανάγκες ένα σπίτι σε μια παραθαλάσσια περιοχή και ένα σπίτι στα ορεινά της Γορτυνίας.
Η ίδια η πολιτεία χρησιμοποιεί ήδη γεωγραφικά και κλιματικά κριτήρια στο επίδομα θέρμανσης, αναγνωρίζοντας ότι οι ανάγκες διαφοροποιούνται ανά περιοχή. Για τη χειμερινή περίοδο 2025-2026, το επίδομα κάλυπτε μεταξύ άλλων πετρέλαιο, ηλεκτρική ενέργεια, καυσόξυλα και πέλετ, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Το ζητούμενο όμως για τους κατοίκους των ορεινών χωριών είναι απλό:
να μπορούν πραγματικά να ζεστάνουν το σπίτι τους.
Όχι θεωρητικά.
Όχι για δύο ώρες την ημέρα.
Αλλά όσο απαιτούν οι συνθήκες του χειμώνα.
Όταν η σύνταξη πηγαίνει στο πετρέλαιο
Και εδώ εμφανίζεται μια ακόμη πλευρά του δημογραφικού.
Ένα μεγάλο μέρος του μόνιμου πληθυσμού των χωριών είναι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας.
Πολλοί ζουν με μία σύνταξη.
Και κάθε χειμώνα καλούνται να μοιράσουν το εισόδημά τους ανάμεσα σε:
θέρμανση,
ηλεκτρικό ρεύμα,
φάρμακα,
τρόφιμα,
μετακινήσεις,
και τις υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες.
Η ερήμωση επομένως δεν αφορά μόνο το αν θα επιστρέψει ένας νέος.
Αφορά και το αν ο σημερινός ηλικιωμένος κάτοικος μπορεί να συνεχίσει να ζει αξιοπρεπώς στο σπίτι του.
Αν για να μείνεις στο χωριό χρειάζεσαι αυτοκίνητο για τα πάντα και πολλές εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ κάθε χειμώνα μόνο για να ζεσταθείς, τότε δημιουργείται ένα επιπλέον αντικίνητρο παραμονής.
Ο φαύλος κύκλος
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας κύκλος που γίνεται όλο και δυσκολότερο να σπάσει.
Φεύγουν οι νέοι.
Μειώνονται οι οικογένειες.
Λιγοστεύουν τα παιδιά.
Μειώνεται η οικονομική δραστηριότητα.
Κλείνουν ή περιορίζονται υπηρεσίες.
Οι επιχειρήσεις βρίσκουν όλο και δυσκολότερα προσωπικό.
Οι αποστάσεις για την εξυπηρέτηση του κατοίκου μεγαλώνουν.
Αυξάνεται η ανάγκη για μετακινήσεις.
Και μαζί με την ακρίβεια σε καύσιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά, αυξάνεται το κόστος της μόνιμης ζωής.
Στο τέλος ο κάτοικος δεν αναρωτιέται μόνο:
«Θέλω να μείνω στο χωριό μου;»
Αναρωτιέται:
«Μπορώ να μείνω;»
Και αυτή είναι πολύ πιο σκληρή ερώτηση.
Δεν φταίει ένας – αλλά η κατάσταση δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογική
Η δημογραφική συρρίκνωση της Γορτυνίας δεν δημιουργήθηκε σήμερα.
Έχει ιστορία δεκαετιών.
Μετανάστευση στο εξωτερικό.
Εσωτερική μετανάστευση προς την Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Αλλαγές στην παραγωγή και στην εργασία.
Συγκέντρωση υπηρεσιών στις πόλεις.
Γήρανση του πληθυσμού.
Γι’ αυτό δεν θα ήταν σοβαρό να αποδώσει κάποιος ολόκληρη τη σημερινή κατάσταση σε μία κυβέρνηση, έναν Δήμαρχο ή έναν Περιφερειάρχη.
Αλλά το ίδιο λάθος θα ήταν να χρησιμοποιούμε τη διαχρονικότητα του προβλήματος ως άλλοθι για αδράνεια.
Κάθε επίπεδο διοίκησης και κάθε πολιτικός εκπρόσωπος πρέπει να κρίνεται από τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες, τις αποφάσεις και τα αποτελέσματά του.
Το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα κερδίσει τη συζήτηση.
Το ζητούμενο είναι αν θα κερδίσει η Γορτυνία τον χαμένο της πληθυσμό — ή τουλάχιστον αν θα σταματήσει να τον χάνει με αυτόν τον ρυθμό.
Δεν θέλουμε χωριά-σκηνικά
Η Γορτυνία έχει τεράστια τουριστική δυναμική.
Και πρέπει να την αξιοποιήσει.
Αλλά ο τουρισμός από μόνος του δεν αρκεί.
Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργήσουμε εξαιρετικούς προορισμούς για το Σαββατοκύριακο και ταυτόχρονα χωριά με ελάχιστη μόνιμη ζωή από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή.
Να έχουμε πανέμορφα ανακαινισμένα πέτρινα σπίτια.
Ξενώνες.
Εστιατόρια.
Φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα.
Γεμάτες πλατείες στις γιορτές.
Και ελάχιστα φωτισμένα παράθυρα ένα βράδυ του Ιανουαρίου.
Αυτό δεν πρέπει να είναι το μέλλον της Γορτυνίας.
Ένα χωριό δεν είναι μόνο τα κτίρια και η ιστορία του.
Είναι οι άνθρωποί του.
Ο επαγγελματίας που ανοίγει το μαγαζί το πρωί.
Ο άνθρωπος που δουλεύει.
Το παιδί που μεγαλώνει.
Ο ηλικιωμένος που παραμένει στο σπίτι του.
Ο νέος που αποφασίζει να δημιουργήσει εδώ τη ζωή του.
Η μεγάλη ερώτηση
Στην επόμενη Απογραφή, το 2031, πόσοι θα είμαστε;
Το 2011: 10.109.
Το 2021: 7.915.
Και το 2031;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει από σήμερα.
Όχι όταν ανακοινωθούν οι επόμενοι αριθμοί.
Γιατί η ερήμωση δεν γίνεται ξαφνικά.
Γίνεται αθόρυβα.
Ένα σπίτι κάθε φορά.
Μια οικογένεια κάθε φορά.
Ένας νέος κάθε φορά.
Ένα κατάστημα κάθε φορά.
Μέχρι που κάποια στιγμή κοιτάζουμε γύρω μας και αναρωτιόμαστε:
«Πότε αδειάσαμε;»
Η Γορτυνία δεν ζητά να διατηρηθεί ως μουσείο του παρελθόντος.
Τα Λαγκάδια δεν πρέπει να είναι μόνο ένα πανέμορφο χωριό που θαυμάζει και φωτογραφίζει ο περαστικός.
Πρέπει να είναι τόπος όπου μπορείς να ζήσεις.
Να εργαστείς.
Να μεγαλώσεις παιδιά.
Να γεράσεις με αξιοπρέπεια.
Να μπορείς να μετακινηθείς.
Και, όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται, να μπορείς να ζεστάνεις το σπίτι σου τον χειμώνα χωρίς να χρειάζεται να διαλέξεις ποια άλλη βασική ανάγκη θα στερηθείς.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα δεν είναι να επιστρέφουμε όλοι στα χωριά μας για λίγες ημέρες τον Αύγουστο.






















