Στην τελική ευθεία μπαίνει η προετοιμασία για την έναρξη διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου, με την τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή στις 7 Οκτωβρίου να αποτυπώνει τον μηχανισμό μέσω του οποίου θα εφαρμοστεί η κρατική επιδότηση στην αγορά.
Η ρύθμιση προβλέπει σε πρώτη φάση επιδότηση για το πετρέλαιο θέρμανσης που θα διατεθεί στην εγχώρια αγορά από τις 15 έως και τις 31 Οκτωβρίου 2026, χωρίς να προσδιορίζει ακόμη το ύψος της ενίσχυσης. Το ποσό θα καθοριστεί με κοινή υπουργική απόφαση, μαζί με τη διαδικασία χορήγησης, τον μηχανισμό εκκαθάρισης και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες εφαρμογής.
Πρόκειται για τροπολογία των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ανάπτυξης, η οποία εντάχθηκε στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής για την «Ενίσχυση λειτουργίας Οργανισμών Λιμένων και λοιπές διατάξεις». Με τη ρύθμιση τροποποιείται η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 25ης Μαρτίου 2026, ώστε ο μηχανισμός επιδότησης που είχε προβλεφθεί για το πετρέλαιο κίνησης να καλύπτει πλέον και το πετρέλαιο θέρμανσης.
Πώς περνά η επιδότηση στην τιμή
Ο μηχανισμός της επιδότησης ενεργοποιείται ήδη από τα πρώτα στάδια διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, με δικαιούχους τα διυλιστήρια, τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών κατηγορίας Α που πραγματοποιούν εισαγωγές, καθώς και τους αδειοδοτημένους πωλητές που εισάγουν το προϊόν.
Η επιδότηση θα υπολογίζεται μία φορά επί της προ ΦΠΑ αξίας των τιμολογίων πώλησης που εκδίδουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Το συνολικό ποσό για κάθε δικαιούχο θα προκύπτει με βάση τα λίτρα πετρελαίου θέρμανσης που διαθέτει στην εγχώρια αγορά προς πρατήρια, πωλητές πετρελαίου θέρμανσης και τελικούς καταναλωτές.
Το κρίσιμο σημείο είναι τι συμβαίνει στη συνέχεια. Η ανάλυση συνεπειών της τροπολογίας αναφέρει ρητά ότι στόχος είναι «η μετακύλιση του συνόλου του οφέλους προς τους τελικούς καταναλωτές» και διευκρινίζει ότι τα διυλιστήρια και οι εταιρείες εμπορίας δεν διατηρούν οικονομικό πλεονέκτημα από την επιδότηση, αλλά λειτουργούν ως ενδιάμεσοι φορείς για τη μεταφορά της ενίσχυσης.
Στην πράξη, όταν το πετρέλαιο θέρμανσης φεύγει από το διυλιστήριο προς το πρατήριο, η επιδότηση υπολογίζεται με βάση τα λίτρα που διατίθενται και την αξία του τιμολογίου πριν από τον ΦΠΑ. Το ποσό αυτό δεν μένει στο διυλιστήριο ή στην εταιρεία εμπορίας, αλλά περνά στην αλυσίδα με στόχο να φτάσει ολόκληρο στην τιμή που πληρώνει τελικά ο καταναλωτής.

Tο επόμενο βήμα για το ύψος της επιδότησης
Η τροπολογία καθορίζει ποιο προϊόν επιδοτείται, για ποιο διάστημα, ποιοι είναι οι δικαιούχοι και πάνω σε ποια βάση θα υπολογίζεται η ενίσχυση, όχι όμως και το ύψος της. Αυτό θα γίνει με κοινή απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ανάπτυξης. Με την ίδια απόφαση θα καθοριστούν η διαδικασία χορήγησης, ο μηχανισμός εκκαθάρισης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του μέτρου.
Το χρονικό περιθώριο της επιδότησης
Η ρύθμιση ορίζει ως πρώτη περίοδο εφαρμογής το διάστημα 15 έως 31 Οκτωβρίου, ωστόσο προβλέπει και δυνατότητα μεταβολής του χρονικού ορίου. Συγκεκριμένα, παρέχεται εξουσιοδότηση στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να αναπροσαρμόζει τόσο το χρονικό διάστημα εφαρμογής όσο και τα ποσά της επιδότησης. Επομένως, η 31η Οκτωβρίου είναι το όριο που προβλέπει σήμερα η ρύθμιση και όχι κατ’ ανάγκη ένα αμετάβλητο τέλος της παρέμβασης. Αυτό είναι ασφαλές συμπέρασμα, επειδή προκύπτει ευθέως από την εξουσιοδοτική διάταξη.
Η αιτιολογική έκθεση συνδέει την παρέμβαση με τη ραγδαία αύξηση της τιμής του πετρελαίου και την ανάγκη περιορισμού των επιπτώσεων σε νοικοκυριά και επαγγελματίες ενόψει της χειμερινής περιόδου, με ιδιαίτερη αναφορά στα νοικοκυριά χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η παρέμβαση στο πετρέλαιο θέρμανσης είχε ήδη προαναγγελθεί από την κυβέρνηση, καθώς η άνοδος των διεθνών τιμών έχει αυξήσει την πίεση ενόψει της χειμερινής περιόδου. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε θέσει ως στόχο η τιμή εκκίνησης να παραμείνει κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, με συνδυαστική παρέμβαση κυβέρνησης και διυλιστηρίων. Στόχος είναι να συγκρατηθεί η επιβάρυνση για νοικοκυριά και επαγγελματίες, σε μια περίοδο κατά την οποία το αυξημένο ενεργειακό κόστος πιέζει ιδιαίτερα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.





















