Δημοτικά τέλη στην Κόρινθο: το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο πληρώνουμε, αλλά και τι παίρνουμε πίσω
Η συζήτηση για τα δημοτικά τέλη πρέπει να γίνεται με πλήρη στοιχεία και όχι επιλεκτικά. Σε κάθε δημοτική αρχή ο κανόνας θα έπρεπε να είναι ο ίδιος: να μειώνεται, όπου είναι οικονομικά εφικτό, η επιβάρυνση των νοικοκυριών και ταυτόχρονα να βελτιώνεται η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών που λαμβάνει ο δημότης. Όπου η δημοτική αρχή πετυχαίνει πραγματική μείωση κόστους, αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται. Όπου όμως τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν υψηλές συνολικές χρεώσεις ή χαμηλή ανταπόδοση, έχουμε υποχρέωση να το επισημαίνουμε και να ζητάμε συγκεκριμένο σχέδιο βελτίωσης.
Γι’ αυτό και η απομόνωση ενός μόνο στοιχείου, όπως το κόστος ύδρευσης, δεν αρκεί για να εξαχθεί συμπέρασμα για το αν ο Δήμος Κορινθίων είναι συνολικά φθηνός ή ακριβός για το νοικοκυριό. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει μια παραπλανητική εικόνα της πραγματικής επιβάρυνσης. Ο δημότης δεν πληρώνει μόνο νερό. Πληρώνει τέλη ύδρευσης και αποχέτευσης, τέλη καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού, Δημοτικό Φόρο και ΤΑΠ. Και τελικά αυτό που έχει σημασία για το διαθέσιμο εισόδημά του είναι το συνολικό κόστος, όχι η θέση του Δήμου σε μία επιμέρους κατηγορία.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, εξίσου σημαντική. Ακόμη και η σύγκριση του συνολικού κόστους δεν είναι από μόνη της αρκετή. Τα δημοτικά τέλη έχουν οικονομικό νόημα όταν εξετάζονται σε σχέση με το αποτέλεσμα που παράγουν. Ένας Δήμος μπορεί δικαιολογημένα να έχει υψηλότερες χρεώσεις εφόσον παρέχει σημαντικά καλύτερες υπηρεσίες. Επομένως η σωστή αξιολόγηση έχει δύο σκέλη: πόσο πληρώνει συνολικά το νοικοκυριό και τι παίρνει πίσω από τον Δήμο για αυτά τα χρήματα.
Με αυτή τη λογική πρέπει να διαβάσουμε και την πρόσφατη πανελλαδική έρευνα του Νίκου Καρδούλα για τα τέλη ύδρευσης και αποχέτευσης. Η έρευνα καταγράφει πράγματι μια θετική εξέλιξη για τον Δήμο Κορινθίων. Μετά τη μείωση των τελών ύδρευσης, η μέση ετήσια επιβάρυνση για ένα νοικοκυριό υπολογίζεται για το 2026 σε 109 ευρώ. Με βάση τη μεθοδολογία της έρευνας, η Κόρινθος εμφανίζεται ως ο φθηνότερος Δήμος μεταξύ των 49 Δήμων της χώρας με πληθυσμό 50.001–100.000 κατοίκους.
Η μείωση αυτή είναι πραγματική και θετική και πρέπει να πιστωθεί στη διοίκηση της ΔΕΥΑΚ. Δεν μπορεί όμως το συγκεκριμένο αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται ως γενικός δείκτης του ύψους των δημοτικών επιβαρύνσεων στην Κόρινθο, διότι οι υπόλοιποι δείκτες δίνουν μια αρκετά διαφορετική εικόνα.
Στα ανταποδοτικά τέλη καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού, για παράδειγμα, η εικόνα αντιστρέφεται. Η μέση ετήσια επιβάρυνση ενός νοικοκυριού στον Δήμο Κορινθίων υπολογίζεται σε 221 ευρώ. Μεταξύ των 49 Δήμων της ίδιας πληθυσμιακής κατηγορίας, μεγαλύτερη επιβάρυνση καταγράφεται μόνο στην Πυλαία-Χορτιάτη, με 255 ευρώ, ενώ Κόρινθος και Καβάλα βρίσκονται στα 221 ευρώ.
Έχουμε επομένως δύο τελείως διαφορετικές θέσεις μέσα στην ίδια πληθυσμιακή κατηγορία: στην ύδρευση η Κόρινθος βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο κόστους, ενώ στην καθαριότητα και τον ηλεκτροφωτισμό βρίσκεται στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο επιβάρυνσης.
Ακόμη πιο αντιπροσωπευτικός είναι ο δείκτης που συνυπολογίζει τις βασικές χρεώσεις των κατοικιών μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας: Δημοτικά Τέλη (ΔΤ), Δημοτικό Φόρο (ΔΦ) και Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ).
Για τον Δήμο Κορινθίων το άθροισμα αυτό ανέρχεται σε 3,16 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο κατοικίας. Με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη, η Κόρινθος βρίσκεται στην 6η υψηλότερη θέση μεταξύ των 332 Δήμων της χώρας και στην 3η υψηλότερη θέση μεταξύ των 49 Δήμων με πληθυσμό 50.001–100.000 κατοίκους.
Η σύγκριση με Δήμους αντίστοιχου πληθυσμιακού μεγέθους είναι χαρακτηριστική. Στα Τρίκαλα η αντίστοιχη χρέωση είναι 1,37 €/τ.μ. και στην Καρδίτσα 1,46 €/τ.μ., έναντι 3,16 €/τ.μ. στην Κόρινθο. Η χρέωση ανά τετραγωνικό στην Κόρινθο είναι επομένως περίπου 131% υψηλότερη από τα Τρίκαλα και 116% υψηλότερη από την Καρδίτσα.
Αυτά τα στοιχεία δεν αναιρούν τη μείωση στο νερό. Απλώς την τοποθετούν στη σωστή της διάσταση. Η Κόρινθος έχει φθηνό νερό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει συνολικά χαμηλές δημοτικές επιβαρύνσεις.
Οι επιμέρους δείκτες δεν αθροίζονται μηχανικά, καθώς οι έρευνες χρησιμοποιούν διαφορετικές μονάδες και βάσεις υπολογισμού. Χρησιμοποιούνται εδώ για τη συγκριτική αποτύπωση της θέσης κάθε Δήμου. Για να εξαχθούν ακριβή συμπεράσματα πρέπει να έχουμε τα πραγματικά στοιχεία από τις ίδιες υπηρεσίες – τα συμπεράσματα βασίζονται εδώ μόνο στις δημοσιευμένες μελέτες
Το κρίσιμο στοιχείο: κόστος σε σχέση με το αποτέλεσμα
Το ύψος των τελών από μόνο του δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο αξιολόγησης ενός Δήμου. Υψηλότερες χρεώσεις μπορούν να δικαιολογούνται εφόσον μεταφράζονται σε υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών: καλύτερη καθαριότητα, φωτισμό, συντήρηση του δημόσιου χώρου, κοινωνικές υπηρεσίες, υποδομές, ψηφιακές υπηρεσίες και αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η ξεχωριστή έρευνα για την ανταποδοτικότητα των δημοτικών υπηρεσιών, η οποία επιχειρεί να συσχετίσει την οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών με τις επιδόσεις των Δήμων. Ο δείκτης ουσιαστικά μας δείχνει πόσο πληρώνει το νοικοκυριό σε σχέση με το επίπεδο των υπηρεσιών που λαμβάνει. Στη συγκεκριμένη κατάταξη ο Δήμος Κορινθίων βρίσκεται στην 269η θέση μεταξύ των 332 Δήμων. Δηλαδή μόνο 63 Δήμοι κατατάσσονται χαμηλότερα.
Η σύγκριση με τα Τρίκαλα είναι ενδεικτική, επειδή συνδυάζει τις δύο πλευρές της εξίσωσης. Ο Δήμος Τρικκαίων έχει ΔΤ+ΔΦ+ΤΑΠ 1,37 €/τ.μ., έναντι 3,16 €/τ.μ. στην Κόρινθο, και παράλληλα βρίσκεται στην 1η θέση πανελλαδικά στον δείκτη ανταποδοτικότητας. Η Καρδίτσα, με 1,46 €/τ.μ., βρίσκεται στην 20ή θέση. Η Κόρινθος, με υπερδιπλάσια χρέωση ανά τετραγωνικό, βρίσκεται στην 269η.
Οι συγκρίσεις αυτές ασφαλώς δεν μπορούν να γίνονται μηχανιστικά. Η γεωγραφική έκταση ενός Δήμου, η πυκνότητα του πληθυσμού, ο αριθμός των οικισμών, οι τουριστικές πιέσεις και οι διαφορετικές ανάγκες παροχής υπηρεσιών επηρεάζουν το λειτουργικό κόστος. Όταν όμως ένας Δήμος βρίσκεται ταυτόχρονα πολύ ψηλά στις χρεώσεις και πολύ χαμηλά στην ανταποδοτικότητα, το στοιχείο αυτό αξίζει σοβαρή τεχνική και οικονομική διερεύνηση.
Η οικονομική εικόνα της ΔΕΥΑΚ δεν πρέπει να μείνει έξω από τη συζήτηση. Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος όταν αξιολογούμε τη σημαντική μείωση των τελών ύδρευσης: η οικονομική κατάσταση και κυρίως η εισπραξιμότητα της ΔΕΥΑΚ. Η ίδια η διοίκηση της ΔΕΥΑΚ, στον απολογισμό της για το 2024, αναφέρθηκε σε ανείσπρακτες οφειλές άνω των 12 εκατ. ευρώ, επισημαίνοντας ότι παραμένουν υψηλές και ότι βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια είσπραξής τους. Έχει επίσης αναγνωριστεί το πρόβλημα παλαιών υδρομέτρων που δεν κατέγραφαν σωστά τις καταναλώσεις, με αντίστοιχη απώλεια εσόδων.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η μείωση των τελών ήταν λανθασμένη, ούτε ότι το σύνολο των απαιτήσεων αφορά συστηματικούς κακοπληρωτές. Για να γίνει τέτοια αξιολόγηση θα χρειαζόμασταν ανάλυση των οφειλών ανά ηλικία, κατηγορία οφειλέτη, ρυθμισμένες απαιτήσεις και επισφάλειες.
Θέτουν όμως ένα εύλογο ερώτημα οικονομικής διαχείρισης και δικαιοσύνης: όταν οι ανείσπρακτες οφειλές υπερβαίνουν τα 12 εκατ. ευρώ, πόσο αποτελεσματική είναι η πολιτική είσπραξης και πώς διασφαλίζεται ότι το βάρος δεν μεταφέρεται τελικά στους συνεπείς καταναλωτές;
Η απάντηση δεν είναι να αυξηθεί ξανά το νερό. Ο στόχος πρέπει να είναι ακριβώς ο αντίθετος: να διατηρηθεί το χαμηλό τιμολόγιο, αλλά να συνδυαστεί με ουσιαστική αύξηση της εισπραξιμότητας, κοινωνική προστασία για όσους πραγματικά αδυνατούν να πληρώσουν και αποτελεσματική διεκδίκηση των οφειλών από όσους μπορούν αλλά δεν πληρώνουν.
Από τη μείωση του νερού στη μείωση του συνολικού κόστους
Η μείωση των τελών ύδρευσης μπορεί επομένως να αποτελέσει αφετηρία και όχι τέλος της συζήτησης. Αφού υπήρξε δυνατότητα σημαντικής μείωσης στην ύδρευση, πρέπει να εξεταστεί με την ίδια σοβαρότητα αν υπάρχει περιθώριο αποκλιμάκωσης των υψηλών τελών καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού, χωρίς υποβάθμιση των υπηρεσιών.
Αυτό απαιτεί ανάλυση του πραγματικού κόστους ανά υπηρεσία, σύγκριση του κόστους ανά κάτοικο με αντίστοιχους Δήμους, περιορισμό των ενεργειακών δαπανών, αποτελεσματικότερη διαχείριση απορριμμάτων, καλύτερη αξιοποίηση προσωπικού και εξοπλισμού και επενδύσεις που μειώνουν μόνιμα το λειτουργικό κόστος.
Αντίστοιχα, στη ΔΕΥΑΚ χρειάζεται ένας σαφής και δημοσιοποιημένος δείκτης εισπραξιμότητας: πόσες είναι οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, πόσες είναι ρυθμισμένες, πόσες θεωρούνται επισφαλείς, πόσες νέες οφειλές δημιουργούνται κάθε χρόνο και πόσο από το παλαιό υπόλοιπο τελικά εισπράττεται.
Ο στόχος για τα επόμενα χρόνια μπορεί επομένως να είναι απολύτως συγκεκριμένος: να διατηρηθούν τα χαμηλά τέλη ύδρευσης, να βελτιωθεί δραστικά η εισπραξιμότητα της ΔΕΥΑΚ, να εξεταστεί η δυνατότητα μείωσης των υψηλών τελών καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού και, κυρίως, να βελτιωθεί η σχέση μεταξύ όσων πληρώνει ο δημότης και των υπηρεσιών που λαμβάνει.
Η Κόρινθος έχει σήμερα φθηνό νερό και αυτό είναι θετικό. Δεν είναι όμως συνολικά ένας φθηνός Δήμος για το νοικοκυριό, τουλάχιστον σύμφωνα με τους διαθέσιμους συγκριτικούς δείκτες. Και τελικά αυτό είναι το ουσιαστικό μέτρο της δημοτικής πολιτικής: όχι πόσο κοστίζει μία μεμονωμένη υπηρεσία, αλλά πόσα πληρώνει συνολικά ο δημότης, πόσο αποτελεσματικά διαχειρίζεται ο Δήμος αυτά τα χρήματα και τι υπηρεσίες επιστρέφουν στην καθημερινότητά του.
Το άρθρο αυτό ελπίζω να χρησιμεύσει σε έναν δημιουργικό διάλογο για την εξεύρεση λύσεων σχετικά με τα δημοτικά τέλη ώστε να αυξηθεί η γενικότερη αποδοτικότητα του Δήμου.






















