Γράφει η Μ.Π.Ν.
ΕΛ.Α.Σ.: Και αυτή τη φορά, γιατί θα γίνει αλλιώς;
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα διεκδικεί να εκφράσει ξανά την προσδοκία μιας προοδευτικής διακυβέρνησης. Η σύγκλιση Αριστεράς, Σοσιαλδημοκρατίας και Οικολογίας παρουσιάζεται ως αφετηρία μιας νέας πολιτικής πορείας. Μόνο που ο επικεφαλής της έχει ήδη κυβερνήσει. Και αυτό δημιουργεί υποχρέωση απολογισμού, πριν γίνει επιχείρημα επιστροφής.
Ο Τσίπρας διαθέτει, ασφαλώς, πολιτικά πλεονεκτήματα: κυβερνητική εμπειρία, διεθνείς επαφές και αναγνωρισιμότητα. Γνωρίζει πλέον από πρώτο χέρι τους μηχανισμούς και τις πιέσεις που αντιμετωπίζει μια κυβέρνηση. Αυτή η γνώση μπορεί να βοηθήσει στον σχεδιασμό μιας πιο προετοιμασμένης πολιτικής, με λιγότερες ανεδαφικές υποσχέσεις.
Παράλληλα, η επιδίωξη συνάντησης διαφορετικών προοδευτικών δυνάμεων απαντά σε μια υπαρκτή ανάγκη: να αποκτήσει η κοινωνική δυσαρέσκεια συνεκτική πολιτική έκφραση και προοπτική διακυβέρνησης. Η προσπάθεια αυτή αξίζει να κριθεί από το πρόγραμμά της και τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τους εργαζομένους. Η προηγούμενη θητεία του δεν προδικάζει κάθε μελλοντική του επιλογή, καθιστά, όμως, αναγκαία μια πειστική εξήγηση για όσα θα αλλάξουν.
Το ερώτημα είναι απλό: Τι θα κάνει διαφορετικά…
Τι θα κάνει διαφορετικά όταν οι υποσχέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης συναντήσουν τις απαιτήσεις των αγορών και τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις;
Η ιστορία προσφέρει λόγους δυσπιστίας. Στη Γαλλία, ο Μιτεράν ξεκίνησε με κρατικοποιήσεις, κοινωνικές παροχές και μείωση του χρόνου εργασίας.
Το 1983 ακολούθησε η στροφή στη λιτότητα, με κεντρική επιλογή την παραμονή του φράγκου στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Οι αρχικές δεσμεύσεις υποχώρησαν μπροστά στις οικονομικές πιέσεις και στις προτεραιότητες της κυβέρνησης.
Στην Ελλάδα, το παράδειγμα είναι ακόμη πιο κοντινό: ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση που εξελέγη υποσχόμενη έξοδο από τη λιτότητα υπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο το 2015, με νέες δεσμεύσεις και προαπαιτούμενα. Η πίεση των δανειστών υπήρξε πραγματική. Πραγματική, όμως, ήταν και η πολιτική απόφαση αποδοχής της συμφωνίας.
Επομένως, η επίκληση της «κυβερνητικής εμπειρίας» δεν αρκεί.
Εμπειρία σε τι;
Στην υπεράσπιση των δεσμεύσεων προς τους εργαζομένους ή στην προσαρμογή τους σε όσα δέχονται οι δανειστές;
Και ποια συγκεκριμένη στρατηγική εμποδίζει την επανάληψη της ίδιας διαδρομής;
Δεν χρειάζεται να ισχυριστούμε ότι μέσα στον καπιταλισμό είναι αδύνατη κάθε κοινωνική κατάκτηση.
Οι εργαζόμενοι μπορούν, με τους αγώνες τους, να κερδίσουν καλύτερους μισθούς, καλύτερες συνθήκες δουλειάς και περισσότερα δικαιώματα. Αυτές οι κατακτήσεις έχουν αξία. Δεν σημαίνουν, όμως, ότι αλλάζει ο βασικός κανόνας του καπιταλισμού: Το σύστημα λειτουργεί με πρώτο κριτήριο το κέρδος, όχι την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.
Το κοινωνικό κράτος, οι μισθοί και τα εργασιακά δικαιώματα αποτελούν πεδία σύγκρουσης συμφερόντων. Δεν εξασφαλίζονται επειδή μια κυβέρνηση αυτοχαρακτηρίζεται προοδευτική.
Γι’ αυτό η ΕΛ.Α.Σ. οφείλει συγκεκριμένες απαντήσεις:
Ποια συμφέροντα θα θίξει για να χρηματοδοτήσει τις εξαγγελίες της;
Πώς θα αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις;
Ποιες δεσμεύσεις θα αμφισβητήσει;
Και μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει;
Η δυσαρέσκεια απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση δεν αποτελεί λευκή επιταγή για τον προηγούμενο πρωθυπουργό. Ούτε μια καινούργια κομματική ονομασία διαγράφει τις παλιές αποφάσεις.
Ο Αλέξης Τσίπρας ζητά ξανά εμπιστοσύνη. Πριν την πάρει, οφείλει να εξηγήσει γιατί αυτή τη φορά οι πολίτες δεν θα ακούσουν, μετά τις εκλογές, ότι «δεν υπήρχε άλλος δρόμος».





















