Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Ερωτήματα για τους κυβερνητικούς χειρισμούς και τις διπλωματικές προσδοκίες
Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης αποτελεί αρνητική εξέλιξη για την Ελλάδα και θέτει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών χειρισμών. Η ευρωπαϊκή στήριξη έχει σημασία, όμως η Αθήνα καλείται να εξηγήσει τι απέδωσαν οι διπλωματικές επαφές και πώς θα αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση.
Η απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου να εγκρίνει τη συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την Τουρκία ανατρέπει τη στάση που είχε κρατήσει το 2020, όταν την είχε απορρίψει. Η μεταστροφή αυτή επιβεβαιώνει ότι οι συσχετισμοί στην περιοχή μεταβάλλονται και ότι οι διπλωματικές σχέσεις απαιτούν διαρκή επανεκτίμηση.
Για την ελληνική κυβέρνηση, το ζήτημα αφορά τόσο την αντίδραση στη συγκεκριμένη απόφαση όσο και την αποτίμηση της πολιτικής που προηγήθηκε. Οι επαφές με τις διαφορετικές πλευρές της Λιβύης ήταν αναγκαίες. Είναι, όμως, εύλογο να εξεταστεί κατά πόσο οι προσδοκίες που συνόδευσαν αυτές τις επαφές ανταποκρίνονταν στα πραγματικά περιθώρια συνεννόησης.
Το θετικό διπλωματικό κλίμα χρειάζεται να αξιολογείται με βάση συγκεκριμένες δεσμεύσεις και αποτελέσματα. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργείται στην κοινή γνώμη μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας από εκείνη που δικαιολογούν οι εξελίξεις.
Χαρακτηριστική είναι η επισήμανση του διπλωματικού συντάκτη της ΕΡΤ, Νίκου Μελέτη, ότι ακόμη και κατά την περίοδο κατά την οποία οι συνομιλίες διεξάγονταν σε θετικό κλίμα, η λιβυκή πλευρά δεν είχε αποκηρύξει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την ανάγκη προσεκτικής αποτίμησης των επαφών και συγκρατημένων δημόσιων εκτιμήσεων.
Η παρέμβαση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Αντόνιο Κόστα επαναβεβαιώνει την ευρωπαϊκή αντίθεση στο μνημόνιο και την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Αποτελεί σημαντική διπλωματική στήριξη, της οποίας η πρακτική συνέχεια παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.
Παράλληλα, η εξέλιξη υπενθυμίζει τα όρια των συμμαχιών. Η στήριξη εταίρων και συμμάχων αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, χωρίς να συνιστά αυτόματη εγγύηση αποτροπής κάθε δυσμενούς απόφασης. Γι’ αυτό και η δημόσια ενημέρωση οφείλει να αποτυπώνει τόσο τις δυνατότητες όσο και τις δυσκολίες της ελληνικής διπλωματίας.
Η κυβέρνηση ασφαλώς δεν καθορίζει τις αποφάσεις του λιβυκού κοινοβουλίου. Έχει, ωστόσο, την ευθύνη της έγκαιρης αξιολόγησης των κινδύνων, της προετοιμασίας και της ειλικρινούς ενημέρωσης των πολιτών. Υπό αυτή την έννοια, η κριτική για ενδεχόμενο εφησυχασμό χρειάζεται να απαντηθεί με συγκεκριμένα στοιχεία για όσα επιδιώχθηκαν και όσα επιτεύχθηκαν.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε την κύρωση, επαναλαμβάνοντας ότι το μνημόνιο παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας και θίγει κυριαρχικά δικαιώματα κρατών της περιοχής. Η σαφής αυτή θέση χρειάζεται να συνοδεύεται από συνεχή διπλωματική προσπάθεια και ενημέρωση για τις επόμενες ενέργειες.
Το ζητούμενο πλέον είναι μια ειλικρινής αποτίμηση: τι απέδωσαν οι μέχρι σήμερα χειρισμοί, ποιες εκτιμήσεις χρειάζονται αναθεώρηση και πώς προσαρμόζεται η ελληνική στρατηγική. Οι πολίτες δικαιούνται τεκμηριωμένη ενημέρωση, που να επιτρέπει την αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής χωρίς υπερβολικές διαβεβαιώσεις και χωρίς υποτίμηση των κινδύνων.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τι εκτίμησε λανθασμένα, ποια αποτελέσματα πέτυχαν οι επαφές της και πώς θα αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η στήριξη των εταίρων δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για την αποφυγή της λογοδοσίας.
Ο ελληνικός λαός δικαιούται πλήρη εικόνα των κινδύνων και ειλικρινή αποτίμηση της εξωτερικής πολιτικής. Ο εφησυχασμός έχει πολιτικό κόστος και η κυβέρνηση οφείλει να το αναλάβει.





















