Η κυβέρνηση αγγίζει τη μονιμότητα: Ρήξη με το παρελθόν ή στρατήγημα για τις κάλπες;
Σε μια πολιτικά ρευστή περίοδο, η κυβέρνηση επιλέγει να ανοίξει ένα βαρύ και πολυσυζητημένο θέμα: την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Πρόκειται για ένα ζήτημα που, εδώ και δεκαετίες, αποτελεί «κόκκινο πανί» για ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος, ιδίως στα κόμματα που αντλούν εκλογική δύναμη από το Δημόσιο.
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στο θέμα, με δηλώσεις περί άρσης της μονιμότητας για τους «ανεπαρκείς» υπαλλήλους –χωρίς να διευκρινίζεται ακόμη ποιος και πώς θα κρίνει αυτή την ανεπάρκεια– δεν είναι ουδέτερη. Αντίθετα, κινείται στα όρια μιας επιθετικής πολιτικής στόχευσης.
Το φλερτ με το 80%
Σύμφωνα με μετρήσεις, πάνω από το 80% των πολιτών θεωρεί ότι το Δημόσιο χρειάζεται αλλαγές και αξιολόγηση. Η κυβέρνηση προσβλέπει ακριβώς σε αυτή τη δεξαμενή, επιχειρώντας να ενισχύσει το φιλομεταρρυθμιστικό της προφίλ, επανασυστήνοντας την έννοια της “ευθύνης” στο κράτος. Ταυτόχρονα, στέλνει ένα σήμα προς τη μεσαία τάξη – ιδίως ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους – που θεωρούν πως το κράτος λειτουργεί με δύο ταχύτητες: αυστηρότητα και επισφάλεια στον ιδιωτικό τομέα, ασυλία και ακινησία στο Δημόσιο.
Πολιτικές στοχεύσεις πίσω από τις μεταρρυθμίσεις
Η πρωτοβουλία δεν είναι μόνο διοικητική – είναι πρωτίστως πολιτική. Πρώτον, στοχεύει ευθέως στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, και στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς, που παραδοσιακά στηρίζεται στις ψήφους δημοσίων υπαλλήλων. Δεύτερον, επιχειρεί να προκαλέσει εσωτερική πίεση στα κόμματα της Αριστεράς, εκθέτοντάς τα είτε ως υπερασπιστές των «βολεμένων» είτε ως αντιδραστικά απέναντι σε κάθε μεταρρύθμιση.
Η Νέα Δημοκρατία δεν φοβάται απώλειες στον δημόσιο τομέα – έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν είχε κυρίαρχο ρεύμα σε αυτόν. Αντίθετα, επιδιώκει να διατηρήσει την ηγεμονία σε ένα κρίσιμο κεντροδεξιό κοινό, ενώ παράλληλα «σκάβει» το προφίλ μεταρρυθμιστή από κάτω από τον Ανδρουλάκη.
Ομιχλώδες τοπίο και πολιτικός κίνδυνος
Η πρόταση, πάντως, παραμένει ασαφής. Ποιοι θα θεωρούνται «ανεπαρκείς»; Ποιος θα τους κρίνει; Θα αφορά και τους εκπαιδευτικούς; Τους γιατρούς; Τους αστυνομικούς; Ή μόνο τους διοικητικούς υπαλλήλους; Ποια θα είναι η διαδικασία και ποια τα εχέγγυα για να μη μετατραπεί σε εργαλείο εκκαθαρίσεων ή αυθαιρεσίας;
Αν η κυβέρνηση προχωρήσει χωρίς σαφές πλαίσιο και χωρίς πολιτικές εγγυήσεις, κινδυνεύει να χάσει το ηθικό πλεονέκτημα της αλλαγής και να μετατρέψει την πρότασή της σε πεδίο κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης.
Εν ολίγοις
Η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο δεν είναι απλώς ένα τεχνικό θέμα αξιολόγησης. Είναι πολιτική τομή, με απώτερους στόχους και εκλογικές στοχεύσεις. Αν δεν συνοδευτεί από σοβαρό, καθολικό και αντικειμενικό πλαίσιο αξιολόγησης, θα λειτουργήσει είτε ως εργαλείο εντυπώσεων είτε ως επιλεκτικός μοχλός πίεσης. Και σε αυτή την περίπτωση, αντί για μεταρρύθμιση, θα πρόκειται για έναν ακόμα πολιτικό ελιγμό.





















