21η Απρίλη: Αναμονή από το κίνημα, πραξικόπημα από τον στρατό – και πώς απαντάμε στον σύγχρονο φασισμό
Η νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου 1967 έμελλε να σφραγίσει μία από τις σκοτεινότερες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το στρατιωτικό πραξικόπημα των συνταγματαρχών επιβλήθηκε χωρίς ουσιαστική αντίσταση, εγκαινιάζοντας την επτάχρονη δικτατορία που θα άφηνε πίσω της βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις και μια ανεπούλωτη πληγή στο σώμα της δημοκρατίας.
Η εκτροπή δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Κι όμως, η εκτροπή δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Οι συνθήκες που την επέτρεψαν ωρίμαζαν εδώ και καιρό. Το Παλάτι είχε ενεργό πολιτικό ρόλο, υπονομεύοντας την κοινοβουλευτική ομαλότητα. Η «Αποστασία» του Ιουλίου 1965, που ανέτρεψε την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, άνοιξε τον δρόμο για αλλεπάλληλες κυβερνήσεις βασιλικής έμπνευσης, με τη συναίνεση σημαντικού τμήματος του Κέντρου και της Δεξιάς. Στις αρχές του 1967, προκηρύσσονται εκλογές για τις 28 Μαΐου – εκλογές που δεν πρόλαβαν να γίνουν ποτέ.
Από τις αρχές Απριλίου είχαν ήδη φουντώσει οι φήμες για επικείμενη εκτροπή. Παρόλα αυτά, τόσο η Ένωση Κέντρου όσο και η ΕΔΑ κινήθηκαν με λογική εκλογικής αναμονής. Η ΕΔΑ (στην οποία συμμετείχε τότε και το παράνομο ΚΚΕ) δημοσίευε άρθρα που προωθούσαν «δημοκρατική συνεργασία» με το Κέντρο, δίχως να αναγνωρίζεται η πραγματική απειλή. Το Κέντρο από την πλευρά του είχε αποδεχτεί σιωπηρά τον περιορισμό κάθε αντικαθεστωτικής ρητορικής, με αντάλλαγμα μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εξουσία υπό την αιγίδα του βασιλιά.
Η στάση της Αριστεράς
Η στάση της Αριστεράς δεν μπορεί να εξεταστεί έξω από το ιστορικό της πλαίσιο. Το ΚΚΕ, βαρύτατα τραυματισμένο από τον Εμφύλιο, λειτουργούσε στην παρανομία, με ηγετικά του στελέχη εξόριστα ή φυλακισμένα. Η στρατηγική του βασιζόταν στο λεγόμενο στάδιο της «Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής», επιδιώκοντας συμμαχίες με στόχο την ομαλή δημοκρατική μετάβαση και αποφεύγοντας την ανοιχτή ρήξη με τον κρατικό μηχανισμό, τη μοναρχία και τον στρατό. Ακόμα και δέκα ημέρες πριν το πραξικόπημα, το ΠΓ του ΚΚΕ καλούσε τους εργαζόμενους σε «μαζικές εκδηλώσεις εντός του πλαισίου του Συντάγματος».
Αυτός ο πολιτικός εφησυχασμός –σε συνδυασμό με τη στρατιωτική ετοιμότητα των πραξικοπηματιών και τη στήριξή τους από τμήματα της αστικής τάξης, της CIA και του Παλατιού– επέτρεψε την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας σχεδόν εύκολα. Μέσα σε λίγες ώρες, τεθωρακισμένα στους δρόμους, καταλήψεις κρατικών κτηρίων και συλλήψεις χιλιάδων αντιφρονούντων έθεσαν τέλος σε κάθε συνταγματική πρόβλεψη.
Ο Ρόλος του Παλατιού στην Επιβολή της Χούντας

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν πως το Παλάτι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ ήταν σε προσωπικό επίπεδο εχθρικός προς την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου και τους πολιτικούς της αντιπάλους. Η μυστική συμφωνία μεταξύ του Παλατιού και των στρατηγών, προκειμένου να ανατραπεί η κυβέρνηση, ήταν καθοριστική για την κατάληψη της εξουσίας. Ο βασιλιάς όχι μόνο δεν αντιστάθηκε στην επιβολή της δικτατορίας, αλλά ενεργά συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του πολιτικού σκηνικού.Η βασιλεία στην πράξη νομιμοποίησε το καθεστώς των συνταγματαρχών. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε βασιλιάς για σχεδόν οχτώ μήνες μετά το πραξικόπημα, αποδεχόμενος την ορκωμοσία των πραξικοπηματιών και δίνοντάς τους επίφαση θεσμικής νομιμότητας. Η αποτυχημένη του «αντεπανάσταση» τον Δεκέμβριο του 1967 έγινε περισσότερο για τη διάσωση του κύρους του παρά για την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Ο μύθος του «αναίμακτου πραξικοπήματος» – και ο φόνος του Νικηφόρου Μανδηλαρά

Ο μύθος της “αναίμακτης” επιβολής της Χούντας έχει πλέον καταρρεύσει στη συλλογική μνήμη. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της 21ης Απριλίου, άνθρωποι βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν – και δολοφονήθηκαν. Ένα από τα πρώτα και πιο αποσιωπημένα θύματα του καθεστώτος ήταν ο Νικηφόρος Μανδηλαράς: δικηγόρος, δημοσιογράφος, πολιτικά ενεργός, υπερασπιστής αγωνιστών και κατηγορουμένων για πολιτική δράση. Είχε υπερασπιστεί τον Μανώλη Γλέζο, ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, και πιο πρόσφατα κατηγορούμενους στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ – μια πολιτική σκευωρία με επίκεντρο δήθεν συνωμοσία στρατιωτικών κατά της “ασφάλειας του κράτους”. Κατά τη διάρκεια της δίκης είχε δεχθεί απειλές από τον τότε άγνωστο συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο οποίος του είχε πει χαρακτηριστικά: «θα το πληρώσεις».
Με το πραξικόπημα να ξεσπά, ο Μανδηλαράς επιχειρεί να διαφύγει. Χάνεται κάθε επαφή μαζί του από τις 18 Απριλίου 1967. Τελικά, στις 22 Μαΐου, το σώμα του ξεβράζεται στις ακτές του Γενναδίου στη Ρόδο. Οι αρχές κάνουν λόγο για «ατύχημα στη θάλασσα», μα οι ενδείξεις ήταν σαφείς: ο Μανδηλαράς δολοφονήθηκε. Η σορός του παρουσιάζει σημάδια κακοποίησης, ενώ ο ιατροδικαστής της Ρόδου που διενήργησε την πρώτη αυτοψία, εξαναγκάζεται να ανασκευάσει το πόρισμά του υπό πίεση των αρχών της Χούντας.
Η δολοφονία του Νικηφόρου Μανδηλαρά αποτέλεσε ένα από τα πρώτα –και πιο ηχηρά– παραδείγματα της ωμής βίας με την οποία το καθεστώς εξουδετέρωνε κάθε πολιτική απειλή. Και αποτελεί τρανή απόδειξη ότι η 21η Απριλίου μόνο αναίμακτη δεν ήταν.
Η Χούντα, με πρόσχημα τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», προχώρησε σε μαζικές διώξεις και καταστολή κάθε πολιτικής και κοινωνικής δράσης. Τα βασανιστήρια, η λογοκρισία, η καταστολή και –κυρίως– οι δολοφονίες δεν ήταν «παρεκτροπές» αλλά συστατικά του καθεστώτος. Ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα θύματα της Χούντας περιλαμβάνονται:
Βία, βασανιστήρια και διεθνής κατακραυγή επί Χούντας

Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, χιλιάδες πολίτες συνελήφθησαν αυθαίρετα, συχνά τη νύχτα και χωρίς ένταλμα. Πολλοί εξορίστηκαν ή οδηγήθηκαν σε στρατοδικεία, ενώ το καθεστώς ενεργοποίησε όλο το αυταρχικό, μετεμφυλιακό νομικό οπλοστάσιο. Κατά τη διάρκεια της Επταετίας, η Χούντα επέβαλε έναν συστηματικό μηχανισμό καταστολής και βασανισμών πολιτικών αντιπάλων, με βασικούς στόχους τους κομμουνιστές και τους ευρύτερους κύκλους της αντιδικτατορικής αντίστασης.
Τα βασανιστήρια –σωματικά και ψυχολογικά– ήταν καθημερινή πρακτική στα κρατητήρια της Ασφάλειας και των στρατιωτικών υπηρεσιών, με πιο χαρακτηριστικά την «φάλαγγα», τον ξυλοδαρμό, την απομόνωση, το ηλεκτροσόκ, τις εικονικές εκτελέσεις και τις ταπεινώσεις. Στα γραφεία της ΕΑΤ-ΕΣΑ στην οδό Παπαρηγοπούλου αλλά και στη διαβόητη οδό Μπουμπουλίνας 18, πλήθος αγωνιστών υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης,

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης,

ο Σπύρος Μουστακλής,

η Κίττυ Αρσένη,

ο Νίκος Κωνσταντόπουλος

ο Σάκης Καράγιωργας

και ο Περικλής Κοροβέσης
συγκαταλέγονται στα θύματα αυτής της ωμής καταστολής.
Ο Μουστακλής, στρατιωτικός με αντιδικτατορική δράση, υπέστη τέτοιας έντασης βασανιστήρια που έμεινε παράλυτος και δεν ξαναμίλησε ποτέ.
Ο Περικλής Κοροβέσης κατέγραψε τις εμπειρίες του στο βιβλίο Ανθρωποφύλακες, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1969 στη Γενεύη και στη συνέχεια μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, αποκαλύπτοντας διεθνώς το πραγματικό πρόσωπο του καθεστώτος. Στην Θεσσαλονίκη, το κτίριο της ΚΥΠ μετατράπηκε σε κέντρο βασανιστηρίων. Εκεί, μεταξύ άλλων, βασανίστηκε μέχρι θανάτου ο πρώην βουλευτής και αγωνιστής της αριστεράς Γιώργης Τσαρουχάς, στις 9 Μαΐου 1968.

Μια από τις μακάβριες φωτογραφίες του νεκρού από τα βασανιστήρια Γιώργη Τσαρουχά που απέδειξαν ότι ο θάνατος του ήταν ένα ακόμη έγκλημα της χούντας.
Δολοφονίες και τραγικά περιστατικά, όπως ο θάνατος του φοιτητή Νίκου Ρουκουνάκη το 1971 και η ρίψη από ταράτσα του φοιτητή Γιώργου Παπαγιάννη το 1973, συμπληρώνουν το φρικτό παζλ της καταστολής.
Η βία της Χούντας προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή.
Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, η Διεθνής Αμνηστία και το Συμβούλιο της Ευρώπης τεκμηρίωσαν με εκθέσεις και παρεμβάσεις τη συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα. Καταθέσεις όπως εκείνη του Κοροβέση ενώπιον του Συμβουλίου της Ευρώπης αποτέλεσαν αδιάσειστα στοιχεία. Στις 30 Ιανουαρίου 1969, η Συμβουλευτική Συνέλευση καταδίκασε επίσημα τη Χούντα και εισηγήθηκε την αποβολή της Ελλάδας από το Συμβούλιο. Το στρατιωτικό καθεστώς, υπό το βάρος των αποκαλύψεων, αποχώρησε από μόνο του, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τη διεθνή καταδίκη του.
Η Χούντα δεν ήταν μια «παρένθεση» ή μια «εκτροπή» από τον κανονικό κοινοβουλευτισμό. Ήταν το προϊόν του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους, που δομήθηκε πάνω στα συντρίμμια του ΕΑΜικού κινήματος, με τις ευλογίες των ξένων δυνάμεων και του Παλατιού, με θεμέλια στον αντικομμουνισμό και την τρομοκρατία.
Και σήμερα;
Ο φασισμός δεν έρχεται πάντα με τανκς. Σήμερα ντύνεται με το κουστούμι του «νόμου και της τάξης», κανονικοποιείται από την κρατική βία, τη ρατσιστική πολιτική, την καταστολή, τη φτωχοποίηση, τη στοχοποίηση της νεολαίας και του κόσμου της δουλειάς. Όπως και τότε, τρέφεται από την αναμονή, την «υπευθυνότητα», τον φόβο της ρήξης.
Η απάντηση στον σύγχρονο αυταρχισμό δεν μπορεί να είναι άλλη από ένα πλατύ, πολιτικό, αντικαπιταλιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής. Όχι μια επιστροφή στην «ομαλότητα» όπως την ορίζουν οι ελίτ, αλλά ο αγώνας για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς στρατούς, βασιλιάδες και προστάτες.
Για να μη ζήσουμε ξανά «21η Απρίλη».
Μ.Π.Ν.
Η προδοσία του Ιούδα , η τιμή της και οι σύγχρονες μορφές της προδοσίας





















