Πενήντα ένα χρόνια μετά την πτώση της Χούντας, η Δημοκρατία μοιάζει απογυμνωμένη από το νόημά της. Οι κυβερνήσεις δεν λογοδοτούν, η κοινωνία πνίγεται από την ακρίβεια και οι πολίτες αποσύρονται από τη συμμετοχή. Αν δεν αλλάξει κάτι ριζικά, οι επετειακοί εορτασμοί θα μείνουν χωρίς περιεχόμενο.
51 Χρόνια Δημοκρατίας: Από το “Ποτέ Ξανά” στο “Τίποτα Δεν Αλλάζει”
Πενήντα ένα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει χάσει την πίστη της ότι η ψήφος της μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Η αποχή αυξάνεται σταθερά, οι πολίτες αποστρέφονται τις κάλπες και η ιδέα της συλλογικής πολιτικής δράσης μοιάζει όλο και πιο μακρινή. Πρόκειται για ένα βαθύτατα ανησυχητικό φαινόμενο που δεν εξηγείται απλώς με τεχνικούς όρους,όπως η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και τα κόμματα λόγω σκάνδαλων ή κακοδιαχείρισης. Είναι πολιτικό και υπαρξιακό: ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δεν πιστεύει πια ότι οι πολιτικές αποφάσεις καθορίζονται από τη λαϊκή βούληση.
Δεν είναι παράλογο. Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, και κυρίως η σημερινή, δείχνουν αλαζονεία και ασυδοσία που θυμίζουν περισσότερο καθεστώτα παρά δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες. Σκάνδαλα, παρακολουθήσεις, συγκάλυψη ενοχλητικών υποθέσεων (όπως στις υποκλοπές, στον ΟΠΕΚΕΠΕ ή στα Τέμπη),

ψήφιση νόμων με διαδικασίες fast track και αδιανόητη νομοθετική αυθαιρεσία σε ζητήματα παιδείας, εργασίας, περιβάλλοντος. Η Νέα Δημοκρατία δεν κυβερνά με εντολή· κυβερνά με ανοχή. Δεν κερδίζει ενεργητικά την εμπιστοσύνη· απλώς δεν υπάρχει ποιος να την αμφισβητήσει πειστικά. Και το χειρότερο: δεν λογοδοτεί πουθενά, ούτε καν στη Δικαιοσύνη, την οποία μεταχειρίζεται ως εργαλείο πολιτικής αυτοπροστασίας.
Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα των πολιτών έχει μετατραπεί σε διαρκή αγώνα επιβίωσης. Η ακρίβεια έχει διαβρώσει κάθε ίχνος οικονομικής σταθερότητας. Τα βασικά αγαθά κοστίζουν ακριβότερα από ποτέ, τα ενοίκια είναι δυσθεώρητα, και οι μικρές επιχειρήσεις βλέπουν τον τζίρο τους να καταρρέει μέσα σε μια παγωμένη αγορά χωρίς αγοραστική δύναμη, χωρίς ρευστότητα και χωρίς προοπτική. Το ενεργειακό κόστος, οι φόροι, η αισχροκέρδεια στα σούπερ μάρκετ, οι απλήρωτες υπερωρίες και οι μισθοί-φιλοδωρήματα συνθέτουν μια εικόνα καθημερινής οικονομικής βίας.
Και όμως, η κυβέρνηση συνεχίζει να μιλά για “επιτυχίες” και “ανάπτυξη”, παρουσιάζοντας μια εικονική πραγματικότητα που καμία σχέση δεν έχει με τη ζωή της πλειοψηφίας. Η “ανάπτυξη” που επικαλείται χτίζεται πάνω σε χαμηλόμισθη εργασία, σε νομοθετημένη ευελιξία υπέρ των εργοδοτών και σε χρηματοδότηση φίλιων επιχειρήσεων. Δεν είναι ανάπτυξη για την κοινωνία· είναι πλούτος για τους λίγους.Εντυπωσιακό είναι το ύψος των κερδών των τραπεζών, που ανήλθαν στα 4,5 δισ. ευρώ το 2024!

Και απέναντι σε όλα αυτά; Η αντιπολίτευση, κατώτερη των περιστάσεων. Παρά την κοινωνική δυσαρέσκεια, δεν καταφέρνει να πείσει, να εμπνεύσει, να εκφράσει. Λείπει το σαφές πολιτικό σχέδιο, η στιβαρή εναλλακτική πρόταση, η αξιοπιστία. Το κενό αυτό δεν καλύπτεται από γενικές καταγγελίες, ούτε από στείρα “αντιμητσοτακική” ρητορική· η κοινωνία ζητά προτάσεις που να αφορούν τη ζωή της, όχι συνθήματα που εξαντλούνται σε συνεντεύξεις. Όταν η αντιπολιτευτική ψήφος διασκορπίζεται σε μικρούς σχηματισμούς χωρίς προοπτική εξουσίας, αυτό δεν σημαίνει απλώς διαμαρτυρία· σημαίνει απώλεια εμπιστοσύνης στον ίδιο τον θεσμό της αντιπροσώπευσης.
Ακόμη και κόμματα όπως το ΚΚΕ, που διατηρούν σταθερή στάση εναντίωσης στο σύστημα και εκφράζουν με συνέπεια τις αγωνίες των λαϊκών στρωμάτων, δεν κατορθώνουν να μετατρέψουν την κοινωνική δυσφορία σε μαζική πολιτική στήριξη. Αυτό αποκαλύπτει ότι η κρίση δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα ή τα προγράμματα, αλλά το ίδιο το πολιτικό υπόβαθρο μιας κοινωνίας που έχει χάσει την πίστη της στη δυνατότητα αλλαγής μέσω των θεσμών.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια Ευρώπη που αδυνατεί να εμπνεύσει δημοκρατικά πρότυπα, με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών να λειτουργεί ως εντολοδόχος των αγορών, και τον δημόσιο λόγο να έχει καταληφθεί από κατευθυνόμενη ενημέρωση και παραπληροφόρηση. Το κοινωνικό σώμα υποχωρεί στην ιδιώτευση, οι συλλογικές διεκδικήσεις ατονούν και η Δημοκρατία κινδυνεύει να γίνει κέλυφος χωρίς περιεχόμενο.
Η άνοδος της Ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη δεν είναι τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς κρίσης αντιπροσώπευσης, όπου οι πολίτες νιώθουν προδομένοι, αόρατοι, εξαντλημένοι. Αν δεν αντιστραφεί αυτό το κλίμα, ο ετήσιος εορτασμός της αποκατάστασης της Δημοκρατίας θα μοιάζει όλο και περισσότερο με μνημόσυνο μιας χαμένης υπόσχεσης.
Η αριστερά εγγυήτρια για ένα καλύτερο αύριο;
Μια ισχυρή ενότητα της Αριστεράς θα μπορούσε να αποτελέσει τη μοναδική εγγύηση για ένα καλύτερο αύριο. Στο σημερινό τοπίο πολιτικής αποσύνθεσης και διάσπασης, μόνο η συσπείρωση και η συνεργασία των δυνάμεων που πραγματικά εκπροσωπούν τα λαϊκά συμφέροντα μπορούν να ξαναδώσουν νόημα στη λαϊκή συμμετοχή και να ανοίξουν δρόμους ελπίδας. Μια ενωμένη Αριστερά δεν θα είναι απλώς μια φωνή αντίστασης, αλλά μια αξιόπιστη δύναμη αλλαγής, που θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει, διαμορφώνοντας πολιτικές λύσεις προσανατολισμένες στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην πραγματική δημοκρατία.
Εν ολίγοις
Για να πιστέψει ξανά η κοινωνία στη Δημοκρατία, δεν αρκούν οι επέτειοι. Απαιτείται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με ηγεσίες που να λογοδοτούν, με πολιτικά σχέδια που να πείθουν, με αγώνες που να εμπνέουν και με εγγυήσεις ότι η ψήφος θα έχει αντίκρισμα. Μόνο τότε η αμφιβολία θα γίνει συμμετοχή. Μόνο τότε το “Τίποτα δεν αλλάζει” μπορεί να ξαναγίνει “Ποτέ ξανά”.
Μ.Π.Ν.





















