Τανάγρα: Δύο πιλότοι δεν γύρισαν σπίτι – Γιατί έπρεπε να βρίσκονται εκεί; (βίντεο)

Γράφει η Μ.Π.Ν.

Η τραγωδία με το Phantom στην Τανάγρα δεν μπορεί να κλείσει μόνο με συλλυπητήρια και πένθος. Δύο αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας έχασαν τη ζωή τους και, πέρα από τη διερεύνηση των αιτίων της συντριβής, υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα που απαιτεί απάντηση: Γιατί έπρεπε να βρίσκονται εκεί;

Η χώρα θρηνεί δύο Έλληνες πιλότους που έχασαν τη ζωή τους όταν το F-4E Phantom II στο οποίο επέβαιναν συνετρίβη κατά τη διάρκεια του Athens Flying Week στην Τανάγρα.

Τα αίτια του δυστυχήματος διερευνώνται και, μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα, κανείς δεν δικαιούται να προδικάσει τεχνικές ή προσωπικές ευθύνες.

Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό ζήτημα που μπορεί και πρέπει να τεθεί από τώρα:

Με ποια ακριβώς σκοπιμότητα ένα πολεμικό αεροσκάφος και δύο στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας συμμετείχαν στο Athens Flying Week, μια αεροπορική διοργάνωση με εισιτήριο και εμπορικό χαρακτήρα, που διοργανώνεται από ιδιωτική εταιρεία; Και με ποιους όρους το Ελληνικό Δημόσιο διαθέτει στρατιωτικά μέσα, υποδομές και προσωπικό για τη συγκεκριμένη διοργάνωση;

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού.

Οι άνθρωποι των Ενόπλων Δυνάμεων γνωρίζουν ότι το λειτούργημά τους εμπεριέχει κίνδυνο και, στην ακραία περίπτωση, ακόμη και την υπέρτατη θυσία για την υπεράσπιση της πατρίδας.

Είναι όμως άλλο αυτό και άλλο να εκτίθενται σε κίνδυνο στο πλαίσιο μιας αεροπορικής επίδειξης που διοργανώνεται από ιδιωτική εταιρεία και αποτελεί ταυτόχρονα εμπορικό θέαμα με εισιτήριο.

Η διάκριση δεν είναι ούτε λεπτομέρεια ούτε λαϊκισμός. Είναι η ουσία ενός ερωτήματος στο οποίο σήμερα η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει.

Ποιος αποφασίζει και ποιος πληρώνει;

Οι Ένοπλες Δυνάμεις υπάρχουν πρωτίστως για την άμυνα της χώρας. Όταν άνθρωποι και πολεμικά μέσα του Δημοσίου συμμετέχουν σε μια ιδιωτικά οργανωμένη διοργάνωση με εμπορικό χαρακτήρα, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια ποιο δημόσιο συμφέρον υπηρετείται.

Και, κυρίως:

Πού τελειώνει η προβολή των Ενόπλων Δυνάμεων και πού αρχίζει η εξυπηρέτηση ενός εμπορικού θεάματος;

Η συμμετοχή των Ενόπλων Δυνάμεων σε μια τέτοια διοργάνωση δεν αποτελεί από μόνη της κάτι μεμπτό. Όταν όμως χρησιμοποιούνται στρατιωτικές εγκαταστάσεις, πολεμικά αεροσκάφη, καύσιμα, τεχνικό προσωπικό και, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι, η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει με ποιους όρους, με ποιο κόστος και για ποιον σκοπό.

Μετά την απώλεια δύο ανθρώπων, αυτά τα ερωτήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας οφείλει να απαντήσει:

  • Με ποια διαδικασία εγκρίθηκε η συμμετοχή του Phantom και των δύο χειριστών;
  • Η συμμετοχή των πιλότων αποτελούσε υπηρεσιακή εντολή;
  • Ποιο είναι το κόστος συμμετοχής της Πολεμικής Αεροπορίας και ποιος το καλύπτει;
  • Ποια είναι η σχέση και ποιες οι συμφωνίες μεταξύ των διοργανωτών και του Ελληνικού Δημοσίου για τη χρήση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και μέσων;
  • Και, κυρίως, ποια συγκεκριμένη επιχειρησιακή, εκπαιδευτική ή εθνική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε αυτή η πτήση;

Δεν πρόκειται για ερωτήματα εντυπωσιασμού ούτε για απόπειρα απόδοσης ευθυνών πριν ολοκληρωθεί η έρευνα.

Πρόκειται για ερωτήματα δημόσιας λογοδοσίας.

Το δυσκολότερο «γιατί»

Η αρμόδια έρευνα θα επιχειρήσει να απαντήσει στο γιατί έπεσε το Phantom.

Η κοινωνία, όμως, δικαιούται να θέσει και ένα ερώτημα που προηγείται:

Γιατί χρειάστηκε να βρίσκεται εκεί;

Οι δύο πιλότοι εκτελούσαν την αποστολή τους. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν απευθύνεται σε εκείνους.

Απευθύνεται σε αυτούς που αποφάσισαν την αποστολή.

Σε λίγες ημέρες οι κάμερες θα φύγουν από την Τανάγρα. Η επικαιρότητα θα αλλάξει. Άλλα γεγονότα θα πάρουν τη θέση αυτής της τραγωδίας στα πρωτοσέλιδα και στις οθόνες.

Για δύο οικογένειες, όμως, τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο.

Τα συλλυπητήρια είναι αυτονόητα. Το πένθος είναι αυτονόητο.

Οι απαντήσεις, όμως, είναι υποχρέωση.

Δύο άνθρωποι δεν θα επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Και όταν συμβαίνει αυτό, η Πολιτεία δεν μπορεί να κλείνει μια υπόθεση πίσω από τη λέξη «τραγωδία». Δεν αρκεί να εξηγήσει μόνο πώς συνέβη.

Οφείλει να απαντήσει και στο γιατί.

Για ποιον ακριβώς εθνικό, επιχειρησιακό ή δημόσιο λόγο χρειάστηκε να αναλάβουν αυτό το ρίσκο;

Η απάντηση δεν οφείλεται μόνο στην κοινή γνώμη. Οφείλεται πρωτίστως στις οικογένειες δύο ανθρώπων που δεν θα ξαναγυρίσουν σπίτι.

facebook

Δείτε επίσης

«Στενά Τραμπ» στον Ορμούζ – Όταν η αλαζονεία ξεπερνά τα όρια