Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ: Η νέα πρόταση της ΕΛ.ΑΣ. και το ερώτημα που μένει να απαντηθεί

Γράφει η Μ.Π.Ν.

Τη στρατηγική της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αλλά και τις βασικές θέσεις του νέου πολιτικού του εγχειρήματος, παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ: Η νέα πρόταση της ΕΛ.ΑΣ. και το ερώτημα που μένει να απαντηθεί .

Ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε για οικονομία, κοινωνικό κράτος, υποκλοπές, «πατριωτική εισφορά» και κυβερνητικές συνεργασίες. Πέρα όμως από τις εξαγγελίες, ένα ερώτημα επιστρέφει αναπόφευκτα: τι έχει αλλάξει από την προηγούμενη εμπειρία της Αριστεράς στην εξουσία;

Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, αυτή τη φορά ως πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), επιχειρώντας να παρουσιάσει μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης με ορίζοντα την επόμενη δεκαετία.

Κεντρική του θέση είναι ότι η πολιτική πρέπει τελικά να κρίνεται στην καθημερινότητα του πολίτη: στο κόστος ζωής, στους λογαριασμούς ενέργειας, στην Υγεία και στη δυνατότητα μιας οικογένειας να ζει με αξιοπρέπεια.

Στόχος η νίκη και κυβέρνηση συνεργασίας

Ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε ως εκλογικό στόχο τη νίκη και δήλωσε ότι, εφόσον λάβει την πρώτη διερευνητική εντολή, θα επιδιώξει τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας.

Δεν απέκλεισε παράλληλα το ενδεχόμενο δεύτερης κάλπης, υποστηρίζοντας ότι στην κοινωνία υπάρχει ισχυρή επιθυμία πολιτικής αλλαγής.

Για τους βουλευτές που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ ξεκαθάρισε ότι η ΕΛ.Α.Σ. δεν θα αποκτήσει κοινοβουλευτική ομάδα μέσω μετακινήσεων βουλευτών που εξελέγησαν με άλλα κόμματα. Όπως ανέφερε, κοινοβουλευτική ομάδα θα υπάρξει όταν οι πολίτες δώσουν με την ψήφο τους αυτή την εντολή.

Υποκλοπές και Κράτος Δικαίου

Ιδιαίτερα υψηλούς τόνους χρησιμοποίησε για την υπόθεση των υποκλοπών, εξαπολύοντας σκληρή επίθεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη και υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα που αφορά τον πυρήνα του Κράτους Δικαίου και της λειτουργίας της Δημοκρατίας.

Ο ίδιος συνέδεσε τη δυνατότητα ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης με την πολιτική αλλαγή, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι η απόδοση ευθυνών ανήκει στη Δικαιοσύνη και όχι στην εκτελεστική εξουσία.

Η «πατριωτική εισφορά»

Ένα από τα σημεία που αναμένεται να προκαλέσουν έντονη πολιτική συζήτηση είναι η λεγόμενη «πατριωτική εισφορά», η οποία αφορά το οικονομικά ισχυρότερο 1%.

Ο Αλέξης Τσίπρας υπερασπίστηκε την πρόταση, επικαλούμενος μορφές φορολόγησης του πλούτου που εφαρμόζονται σε χώρες όπως η Ελβετία και η Νορβηγία και υποστηρίζοντας ότι όσοι διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα μπορούν να συνεισφέρουν περισσότερο.

Στον πυρήνα της πρότασης βρίσκεται η επιδίωξη μεγαλύτερης κοινωνικής και φορολογικής δικαιοσύνης, μέσα από μια αναλογικότερη κατανομή των βαρών και μεγαλύτερη συνεισφορά εκείνων που διαθέτουν την ισχυρότερη οικονομική δυνατότητα. Το κατά πόσο και με ποιον τρόπο αυτή η αρχή θα μετατραπεί σε συγκεκριμένη και αποτελεσματική πολιτική αποτελεί το ουσιαστικό πεδίο της συζήτησης.

Το παρελθόν και το ερώτημα του σήμερα

Εδώ βρίσκεται ίσως και το δυσκολότερο σημείο της νέας πολιτικής πρότασης του Αλέξη Τσίπρα.

Δεν πρόκειται για έναν πολιτικό που διεκδικεί για πρώτη φορά την εξουσία. Έχει ήδη κυβερνήσει τη χώρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στην κυβέρνηση το 2015 με μεγάλη εκλογική και κοινωνική δυναμική και με ένα πρόγραμμα ριζικής αλλαγής της οικονομικής πολιτικής. Στην πορεία, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον, τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της χώρας και τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Κορυφαία στιγμή εκείνης της περιόδου υπήρξε το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, στο οποίο η πλειοψηφία των πολιτών απέρριψε την πρόταση των δανειστών που είχε τεθεί στην κρίση τους. Λίγες ημέρες αργότερα, ωστόσο, η κυβέρνηση κατέληξε σε νέα συμφωνία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αποδεχόμενη αυστηρές δεσμεύσεις και μέτρα. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε ίσως την πιο χαρακτηριστική απόσταση ανάμεσα στις αρχικές πολιτικές δεσμεύσεις και στους συμβιβασμούς που τελικά επέβαλε η άσκηση της διακυβέρνησης.

Η αποτίμηση, ωστόσο, της περιόδου 2015–2019 δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις υποχωρήσεις και στους συμβιβασμούς. Στα θετικά στοιχεία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται η έξοδος της χώρας από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής το 2018, καθώς και η δημιουργία ενός σημαντικού ταμειακού αποθέματος ,του λεγόμενου «μαξιλαριού» που παραδόθηκε στην επόμενη κυβέρνηση και ενίσχυσε την οικονομική ασφάλεια της χώρας.

Παράλληλα, ανεξάρτητα από την πολιτική κριτική που ασκήθηκε έντονα εκείνη την περίοδο, η διακυβέρνηση Τσίπρα δεν ταυτίστηκε στη δημόσια συζήτηση με υποθέσεις προσωπικού πλουτισμού ή οικονομικής διαπλοκής της κυβερνητικής ηγεσίας. Και αυτό αποτελεί επίσης στοιχείο που πρέπει να συνυπολογίζεται σε μια συνολική και δίκαιη αποτίμηση της τετραετίας.

Επομένως, η περίοδος 2015–2019 δεν μπορεί να διαβαστεί μονοδιάστατα: είχε υποχωρήσεις και πολιτικό κόστος, αλλά είχε και αποτελέσματα που αποτελούν μέρος της παρακαταθήκης της. Ακριβώς γι’ αυτό το σημερινό ερώτημα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον: τι από εκείνη την εμπειρία μπορεί να αξιοποιηθεί και τι πρέπει αυτή τη φορά να γίνει διαφορετικά;

Ο προβληματισμός, ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικός.

Η μεταπολεμική πολιτική ιστορία έχει καταγράψει διαφορετικές περιπτώσεις αριστερών και κομμουνιστικών δυνάμεων που, όταν βρέθηκαν στην κυβέρνηση ή συμμετείχαν σε αυτήν, χρειάστηκε να αναμετρηθούν με την απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό τους πρόγραμμα και στους πραγματικούς οικονομικούς και θεσμικούς περιορισμούς της άσκησης εξουσίας.

Οι ιστορικές περιπτώσεις ασφαλώς δεν είναι ίδιες και δεν μπορούν να εξισωθούν. Στη Γαλλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα συμμετείχε στην κυβέρνηση υπό τον Φρανσουά Μιτεράν από το 1981 έως το 1984, σε μια περίοδο κατά την οποία η εκλογική του επιρροή βρισκόταν ήδη σε υποχώρηση.

Η Χιλή αποτελεί μια εντελώς διαφορετική και τραγική περίπτωση. Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αλιέντε δεν απομακρύνθηκε μέσω εκλογικής ήττας, αλλά ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973.

Διαφορετικές εποχές, διαφορετικές χώρες και διαφορετικές συνθήκες. Υπάρχει, όμως, ένας διαχρονικός πολιτικός προβληματισμός: πόσο εύκολο είναι για μια ριζοσπαστική Αριστερά να εφαρμόσει το πρόγραμμά της όταν αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μέσα στους οικονομικούς και θεσμικούς περιορισμούς του συστήματος στο οποίο καλείται να κυβερνήσει;

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή υπάρχει ήδη η εμπειρία της περιόδου 2015–2019.

Το παρελθόν αυτό δεν ακυρώνει εκ των προτέρων τη σημερινή πολιτική του πρόταση. Την υποχρεώνει, όμως, να απαντήσει σε ένα εύλογο ερώτημα.

Τι αλλάζει αυτή τη φορά;

Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει με νέο πολιτικό φορέα και νέα πρόταση διακυβέρνησης. Και ακριβώς επειδή έχει ήδη την εμπειρία της εξουσίας, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο όσα εξαγγέλλει σήμερα, αλλά και όσα έχει διδαχθεί από το χθες.

Τι έχει αλλάξει σήμερα, στο σχέδιο, στους πολιτικούς και ευρωπαϊκούς συσχετισμούς και στις πραγματικές δυνατότητες εφαρμογής του προγράμματος , ώστε αυτή τη φορά μια κυβέρνηση της Αριστεράς να μπορέσει να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της χωρίς να οδηγηθεί στις υποχωρήσεις και  συμβιβασμούς που σημάδεψαν την προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία;

Ή μήπως παραμένει ανοιχτό το βαθύτερο ερώτημα: μπορεί μια ριζοσπαστική Αριστερά να κυβερνήσει εντός του υφιστάμενου οικονομικού συστήματος χωρίς, στην πορεία, να μετατραπεί από δύναμη αλλαγής σε δύναμη διαχείρισής του;

Μ.Π.Ν.

Η Πρώτη news δεν επιχειρεί να προδικάσει την απάντηση. Θέτει το ερώτημα.

Δείτε επίσης

KKE: Αγροτικές ενισχύσεις: “Οικειοθελής” συναίνεση ή υποχρεωτικός συμψηφισμός; Το θέμα φτάνει στη Βουλή